Live τώρα    
Η ευρωπαϊκή διγλωσσία και η υποδούλωση της πολιτικής
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η ευρωπαϊκή διγλωσσία και η υποδούλωση της πολιτικής

Του Γιάννη Σιώτου

Πριν περίπου ένα χρόνο, οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες συναντήθηκαν στο Παρίσι. Σκοπός τους ήταν να διαμορφώσουν τη δική τους πρόταση-εκδοχή για την Ευρώπη. Τότε πρόβαλαν την άποψη ότι απαιτούνται επενδύσεις αλλά και χρόνος, προκειμένου οι προβληματικές οικονομίες της Ευρωζώνης να αντιμετωπίσουν τα δημοσιονομικά τους προβλήματα και να υποστηρίξουν τις ανθρωπιστικές τους ανάγκες. Εμμέσως πλην σαφώς είχαν επισημάνει την ανάγκη η οικονομική πρότασή τους να έχει -και- κοινωνική χροιά και να μην επικεντρώνεται σε μια λογιστική-τεχνοκρατική αντίληψη, η οποία θα ανατροφοδοτεί την ανισότητα και θα οδηγεί ακόμα περισσότερους Ευρωπαίους πολίτες στη φτώχεια.

Τότε, στη συνάντηση των Παρισίων, εκτός του Γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ και του Γερμανού αντικαγκελαρίου Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, είχαν δώσει το «παρών» οι πρωθυπουργοί της Ιταλίας, της Δανίας, της Ρουμανίας, της Τσεχίας, του Βελγίου, της Μάλτας, της Σλοβακίας και ο καγκελάριος της Αυστρίας. Όλοι τους δεν είχαν -δημόσια τουλάχιστον- εκφράσει τις διαφωνίες τους στις δημόσιες τοποθετήσεις του Γάλλου και του Γερμανού ομοϊδεάτη τους.

Αυτό ήταν το χθες. Σήμερα, αν επιχειρήσει κανείς να συγκρίνει τη στάση των πρωταγωνιστών της συνάντησης των Παρισίων με τη στάση που τήρησαν την προηγούμενη Τρίτη στις Βρυξέλλες, τότε σίγουρα θα αισθανθεί ότι στην Ευρώπη κάτι δεν πάει καλά ή, για να ακριβολογούμε, οι ιδεολογικές πλατφόρμες των πρωταγωνιστών απέκτησαν την... ακαμψία της πλαστελίνης.

Ο πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας, SPD, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, ήταν εκείνος που μίλησε στο Παρίσι για την πληγή της ανεργίας στην Ευρώπη. Ο ίδιος άνθρωπος, στις πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις του, καταλόγισε στην ελληνική κυβέρνηση ότι επιδιώκει πολιτικά και ιδεολογικά μια διαφορετική Ευρωζώνη και ότι ζητάει ελαφρύνσεις του χρέους χωρίς όρους. Στο Παρίσι, το καλοκαίρι του 2014, είχε διατυπώσει την ανάγκη για μια πιο ελαστική ερμηνεία του Συμφώνου Σταθερότητας, καθώς και για έμφαση της οικονομικής πολιτικής σε πιο αναπτυξιακές κατευθύνσεις. Από το Βερολίνο, το καλοκαίρι του 2015,με την τοποθέτησή του ουσιαστικά κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να εφαρμόσει πολιτικές που όχι μόνο θα μεγαλώσουν την ανεργία, αλλά και θα πυκνώσουν τις γραμμές των φτωχών εργαζομένων.

Ένα χρόνο πριν, αυτός και οι άλλοι σοσιαλιστές ηγέτες είχαν επισημάνει ότι η μείωση της ανεργίας -και ειδικότερα της νεανικής ανεργίας- μπορεί να επιτευχθεί μόνον εφόσον τα κράτη έχουν περιθώρια για επενδύσεις. «Θα καταστρέψουμε την Ευρώπη εάν δεν καταφέρουμε να επανεντάξουμε τους ανθρώπους στον κόσμο της εργασίας», τόνιζε ο σοσιαλδημοκράτης πολιτικός. Αλήθεια, τι σχέση έχουν αυτές οι απόψεις με εκείνες που είχαν όλα τα χαρακτηριστικά του τελεσιγράφου και οι οποίες διατυπώθηκαν πριν δύο μέρες στις Βρυξέλλες από την κυβερνητική εταίρο του;

Αν προσπαθήσει κάποιος να αποκωδικοποιήσει τη διγλωσσία αυτή, το δίχως άλλο θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ουσιαστικά οι πολιτικές επιλογές των Ευρωπαίων ηγετών έχουν μια καταπληκτική ικανότητα να προσαρμόζονται σε σκοπιμότητες και στη συγκυρία. Πώς μπορεί να κατανοήσει κανείς το γεγονός ότι, μέσα σε ένα χρόνο, οι κορυφαίοι σοσιαλιστές πολιτικοί μετακινήθηκαν από την αναγνώριση του πλεονεκτήματος που έχουν οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές αξίες έναντι του ορθολογισμού των αριθμών σε μια στάση που δέχεται την αξιολόγηση της πολιτικής με μέτρο τις πιο ακραίες εκδοχές του νεοφιλελευθερισμού; Πώς μπορεί να ερμηνευτεί το γεγονός ότι χρειάστηκαν μόλις 365 μέρες για να «αλλάξουν γνώμη» και να ταυτιστούν με τους πιο ακραίους χριστιανοδημοκράτες «αντιπάλους»;

Το σίγουρο είναι ότι οι απόψεις που οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες διατύπωσαν το καλοκαίρι του 2014 ήταν μια σαφής θέση με την οποία έθεταν την πολιτική υπεράνω της οικονομίας και όχι το αντίστροφο, όπως προβάλλουν συνεχώς οι χριστιανοδημοκράτες «αντίπαλοί» τους. Την προηγούμενη Τρίτη, με τις θέσεις που διατύπωσαν, ταυτίστηκαν με εκείνους που θεωρούν ότι οι αγορές μπορούν πλέον να υπερτερούν της πολιτικής. Αν θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε μια προσέγγιση με εργαλείο τις οικονομικές θεωρίες, η στάση του 2014 ουσιαστικά άνοιγε ένα παράθυρο για μια κεϋνσιανή οπτική της οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη, ενώ με τις τωρινές δημόσιες τοποθετήσεις τους όχι μόνο μαντάλωσαν το παράθυρο, αλλά το... έχτισαν.

Αλήθεια, τι μπορεί να άλλαξε μέσα σε ένα χρόνο και ο ίδιος άνθρωπος, αλλά και οι υπόλοιποι ομοϊδεάτες του που βρέθηκαν στην Πόλη του Φωτός, όχι μόνο άλλαξαν γραμμή πλεύσης αλλά και συντάχθηκαν (και υπερθεμάτισαν με θέσεις που διατύπωναν οι υποστηρικτές της πιο ακραίας νεοφιλελεύθερης εκδοχής της οικονομικής πολιτικής; Από την απάντηση ίσως να μπορεί να προβλέψει κανείς όχι μόνο τα σημερινά, αλλά -κυρίως- τα μελλοντικά αδιέξοδα της Ευρώπης.

Η αλήθεια είναι ότι στην Ευρώπη, σήμερα, η πολιτική έχει υποταχθεί πλήρως στους αλγορίθμους και στις πολύπλοκες μαθηματικές εξισώσεις των τεχνοκρατών οικονομολόγων. Για να το διαπιστώσει κανείς, δεν έχει παρά να ξεφυλλίσει τα κείμενα των κλασικών οικονομολόγων και να τα συγκρίνει με τα αντίστοιχα των σημερινών επιγόνων τους. Πολύ εύκολα θα διαπιστώσει ότι οι λέξεις και οι αράδες των κλασικών οικονομολόγων έχουν αντικατασταθεί με εξισώσεις, συναρτήσεις, ολοκληρώματα, δηλωτικά των ιδεολογικών κατευθύνσεων που υποκρύπτουν.

Στην πραγματικότητα, η σημερινή μαθηματικοποιημένη προσέγγιση της οικονομίας που θέλουν να επιβάλουν οι ευρωπαϊκές ελίτ τη μετατρέπουν από κοινωνική επιστήμη σε λογιστική τέχνη, ενώ ταυτόχρονα υποτάσσει την πολιτική στις σκοπιμότητες των «λογιστικών καταστάσεων». Όμως, η πολιτική των αριθμών, που χρησιμοποιεί πλέον στο σύνολό της η ευρωπαϊκή ελίτ, ουσιαστικά της δίνει επιχειρήματα αλλά και ιδεολογικά άλλοθι, προκειμένου να προχωρήσει σε προμελετημένη και συστηματική απαξίωση όλων των συστατικών του κοινωνικού χαρακτήρα της οικονομίας και να θυσιάσει τους ανθρώπους στα κέρδη. Σε αυτόν τον πολιτικό κυνισμό, τη μοναδική «παρατυπία» που αποδέχονται είναι τρυκ,ανάλογα με εκείνα σταοποία προσφεύγουν οι λογιστές για να ωραιοποιήσουν την εικόνα ενός ισολογισμού. Αλλά και αυτά τα τρυκ είναι περιορισμένης πρόσβασης,αφού είναι προνόμιο περιορισμένης διάρκειας που χορηγείται μόνο σε έναν περιορισμένο αριθμό «δικαιούχων».

Όλα αυτά επιβεβαιώνονται από τις επιλογές που έκαναν τον τελευταίο χρόνο. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να ερμηνεύσει κανείς την ελαστικότητα με την οποία αντιμετώπισε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις αποκλίσεις στους προϋπολογισμούς της Γαλλίας και της Ιταλίας, αλλά και την «ακαμψία» που ακολούθησε στην περίπτωση της Ελλάδας; Πώς αλλιώς θα μπορούσε να ερμηνεύσει κανείς πολιτικές οι οποίες πλέον επιβάλλονται στους λαούς της Ευρώπης και που βασίζονται στην ανισότητα και στη διαιώνισή της, με τους ισχυρούς να γίνονται ισχυρότεροι και τους αδύνατους να οδηγούνται, όχι απλώς στην περιθωριοποίηση, αλλά στον κοινωνικό και οικονομικό αφανισμό;

Η προχθεσινή σύνοδος κορυφής είναι σίγουρο ότι για τους ιστορικούς του μέλλοντος θα έχει βαρύνουσα σημασία. Και αυτό, διότι ο οικονομικός κυνισμός που επικράτησε και που εκφράστηκε αυτές τις μέρες, τόσο από τους Ευρωπαίους χριστιανοδημοκράτες όσο και από τους σοσιαλδημοκράτες, ήταν η πιο σαφής απόδειξη της πλήρους υποταγής της πολιτικής στην οικονομική σκοπιμότητα. Υπό το πρίσμα αυτό, το ελληνικό πρόγραμμα που απαίτησαν οι δανειστές δεν λαμβάνει υπόψη του κανένα πολιτικό δεδομένο και ουδεμία κοινωνική και ανθρωπιστική διάσταση, καθώς το μόνο που εξυπηρετεί είναι τη διασφάλιση της αποπληρωμής των δανείων που έχουν παράσχει στην Ελλάδα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0