ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ - ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Υπό τον μόνιμο εκβιασμό του τέλους της ρευστότητας, ο χρόνος της "επίσημης", δηλαδή της αστικής πολιτικής, τρέχει ως συνήθως γρήγορα: ήδη από το πρωί της Δευτέρας, τα διεθνή μέσα καταπιάνονταν με την αποχώρηση Βαρουφάκη, σαν το ιστορικό Όχι της Κυριακής να μην υπήρξε ποτέ. Η κυβέρνηση, αν το δει κανείς από αυτή τη σκοπιά, έχει το δύσκολο καθήκον να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς χρόνους: αυτόν της δημοκρατικής λαϊκής θέλησης, που απαξιώνεται από τους ευρω-αριστοκράτες ως "εθνικιστική", και τον χρόνο των "θεσμών" των δανειστών, που μπορώντας να προβάλουν αξιόπιστες απειλές για (πιστωτικά) γεγονότα, μπορούν και να εξισορροπούν το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησής τους, εκβιάζοντας εθνικές συναινέσεις στο εσωτερικό των χωρών-μελών. Αυτόν τον ιδιότυπο ευρω-εθνικισμό, μια προσομοίωση δηλαδή δημοκρατίας, υπερασπίστηκε η Άνγκελα Μέρκελ, με το περίφημο «σεβόμαστε την απόφαση των Ελλήνων, αλλά πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι υπόλοιπες 18 χώρες».
Όσο δύσκολη κι αν είναι η ισορροπία ανάμεσα σε αντίρροπους χρόνους, το βασικό πλεονέκτημα της κυβέρνησης παραμένει αυτό που συνέβη την Κυριακή. Όχι μόνο το τι, αλλά και το πώς και από ποιους. Μεταξύ μας: δεν ξέρω έναν που την Τετάρτη το βράδυ, τέσσερις μέρες πριν ανοίξουν οι κάλπες με κλειστές τράπεζες, να πίστευε πως το Όχι θα κερδίσει με 5, 10 ή 15 μονάδες διαφορά. Αντίθετα, ξέρω πολλούς που άρχισαν να δουλεύουν για το Όχι όταν ξεκαθάρισαν όλα, δηλαδή την Τετάρτη, εκτιμώντας ότι το αποτέλεσμα θα κριθεί στον πόντο, πιθανότατα υπέρ του Ναι. Ξέρω επίσης ότι, όσο ηρωικά κι αν μπήκαν στη μάχη οι οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, το αποτέλεσμα εν μέρει μόνο οφείλεται στη δουλειά μας. Και ξέρω, τέλος, ότι, όσα κι αν έκρινε η αποφασιστικότητα του Αλέξη Τσίπρα, το δίλημμα "Ναι ή Grexit", της άλλης πλευράς, ακούστηκε δυνατά και από πολλούς ως έγκυρο, ως αξιόπιστη δηλαδή απειλή. Ο βιωμένος εξαναγκασμός των κλειστών τραπεζών, βλέπετε, έδινε την αίσθηση ότι το σενάριο ενός εξαναγκασμού της Ελλάδας σε Grexit με τη διακοπή της ρευστότητας δεν ήταν μόνο "επικοινωνία". Είναι γι' αυτά που κρατάω τη χθεσινή δήλωση του Τάσου Κορωνάκη: «Ο κόσμος ξεπέρασε τον φόβο, αλλά ξεπέρασε κι εμάς».
Να το πω και διαφορετικά: Όσο απαξιωμένοι κι αν είναι στη μέση συνείδηση οι Σόιμπλε, Σουλτς, Ντάισελμπλουμ και σία, όλοι τούς καταλαβαίνουμε ως "τους ισχυρούς": το 61%, ωστόσο, διάλεξε να αναλάβει το ρίσκο και να μην συνταχθεί μαζί τους για να αποφύγει τα επαπειλούμενα χειρότερα. Η Αυτοκρατορία του Μικρότερου Κακού, για να θυμηθώ έναν αγαπημένο Ζαν-Κλοντ του Άγγελου Ελεφάντη, τον Μισεά, ηττήθηκε κατά κράτος. Οι αντιλαϊκιστές θα το εξηγούσαν με τη συνήθη προχειρότητα ως νίκη του ανορθολογικού εθνορομαντισμού, του συναισθηματικού λαϊκισμού, της παραφοράς των φτωχών που κάνουν λάθος επιλογές: σαν ενόρμηση θανάτου. Για μας είναι η πιο πειστική απόδειξη μιας ταξικής πόλωσης προγενέστερης του δημοψηφίσματος - μιας πόλωσης στην οποία οι λαϊκές τάξεις μπορούν να επιδρούν στην πολιτική. Παραφράζοντας τον Σερζ Αλιμί: η υπενθύμιση ότι δεν είναι μοιραίο η «εθνική αντιπροσώπευση» να είναι η αντιπροσώπευση των υψηλότερων τάξεων ή η πολιτική ένα σπορ των ελίτ1. Αυτό όμως είναι και το μεγαλύτερο όπλο μας απέναντι στην ανερχόμενη Ακροδεξιά, στην οποία οι αντιλαϊκιστές πιστώνουν ψευδώς μερίδιο στη νίκη.
Φρένο στο καθοδικό σπιράλ της διαπραγμάτευσης, και μαζί τέλος σε μια λογική ανάθεσης στην κυβέρνηση, το δημοψήφισμα αντιμετωπίστηκε ως κάλεσμα της κυβέρνησης στον λαό της εργασίας - κι εκείνος ανταποκρίθηκε. Αν η ανταπόκριση αυτή αποτέλεσε έκπληξη, ίσως αυτό να οφείλεται στη δύσκολη σχέση μας με την πολιτική μαζών το τελευταίο μεγάλο διάστημα. Είναι όμως αυτή η πολιτική, η χειραφέτηση και η έλλογη ανάληψη ευθύνης που νίκησαν την τρόικα, τον λαό της ιδιοκτησίας, τα αστικά κόμματα και τα επικοινωνιακά υπερόπλα τους. Επειδή, παρά τη θέλησή μας, ο "διχασμός" θα συνεχιστεί, ας αναλάβουμε και πρακτικά την ευθύνη αυτής της κατανόησης.
1 "Πώς στρίβουμε δεξιά", ελληνική έκδοση της Le Monde Diplomatique - Η Αυγή, 6.6.2015 [http://goo.gl/wRj85S]