Live τώρα    
Η συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρώ είναι νομικά και οικονομικά αμετάκλητη
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρώ είναι νομικά και οικονομικά αμετάκλητη

Του Κωνσταντίνου Κατερινόπουλου

Σε όλη τη διάρκεια της κρίσης χρέους της χώρας, από το 2010 και μετά, ιδίως την περίοδο των εκλογών του 2012, όταν και η πιθανότητα νίκης του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μεγάλη, η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα και την Ευρώπη περιστρεφόταν γύρω από το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη.

Τις ημέρες αυτές, στην τελική ευθεία μιας σκληρής διαπραγμάτευσης, το ενδεχόμενο εξόδου τίθεται πλέον ως απειλή από τους δανειστές και βέβαια από τις εγχώριες πολιτικές δυνάμεις που στηρίζουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ακόμη και τις πλέον σκληρές θέσεις του ΔΝΤ στη διαπραγμάτευση.

Η απειλή έχει τα χαρακτηριστικά σεναρίου καταστροφής για τη χώρα, η οποία δήθεν θα εξωθηθεί, παρά τη θέλησή της, στη χρήση ενός εγχώριου νομίσματος, αναπαράγεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης σε υπερθετικό βαθμό, συνοδεύεται από διαρκείς δηλώσεις ειδικών και μη, υπεύθυνων και μη, με αποτέλεσμα, ηθελημένα ή άθελα, να προκαλεί ανησυχία στους πολίτες και ειδικά στους καταθέτες οι οποίοι, όπως το 2012, έτσι και τους προηγούμενους μήνες, αλλά πιο έντονα το τελευταίο διάστημα, αποσύρουν τις καταθέσεις τους από το τραπεζικό σύστημα της χώρας.

Η φημολογία και η διασπορά ψευδών ειδήσεων χρησιμοποιείται ως υπόγειο ή φανερό όπλο κατά της κυβέρνησης για να υποχωρήσει σε παράλογες αξιώσεις, τη στιγμή μάλιστα που πρότεινε κοστολογημένα ισοδύναμα μέτρα.

Με βάση τις συνθήκες της Ε.Ε., όχι απλά δεν προβλέπεται, αλλά ούτε είναι δυνατός ο εξαναγκασμός της χώρας σε έξοδο από την Ευρωζώνη ή από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι τελείως διαφορετική η οικειοθελής αποχώρηση, η οποία προβλέπεται ρητά μόνο για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 1 της ΣΕΕ, κατόπιν διαπραγματεύσεων και συμφωνίας μεταξύ της Ένωσης και του αποχωρούντος κράτους. Οι συνθήκες δεν προβλέπουν αναγκαστική αποβολή από την Ευρωπαϊκή Ένωση ενός κράτους, με απόφαση έστω και όλων των λοιπών, ούτε κι αν παραβιάζει τους κανόνες της Ένωσης.

Ειδικά ως προς τη συμμετοχή στην Ευρωζώνη, οι συνθήκες δεν προβλέπουν όχι μόνο αποβολή, αλλά ούτε καν οικειοθελή αποχώρηση κράτους - μέλους, διότι η υιοθέτηση του ευρώ είναι καταστατικός σκοπός της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 της ΣΕΕ «Η ένωση εγκαθιδρύει οικονομική και νομισματική ένωση, της οποίας το νόμισμα είναι το ευρώ».

Ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να περιέχει ειδική διάταξη που θα προέβλεπε αντιστροφή υλοποιημένης ήδη πρόβλεψης, διότι τότε θα είχαμε τη θεσμοθέτηση της δυνατότητας ακύρωσης των ίδιων των καταστατικών σκοπών της Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 139 ΣΛΕΕ, τα κράτη για τα οποία το Συμβούλιο δεν έχει αποφασίσει ότι πληρούν τα κριτήρια εισδοχής στην ΟΝΕ βρίσκονται σε καθεστώς «παρέκκλισης» και με το άρθρο 140 ΣΛΕΕ το Συμβούλιο ανά διετία εξετάζει το καθεστώς των κρατών - μελών για τα οποία ισχύει η παρέκκλιση ή και με αίτησή τους με σκοπό τη διαπίστωση πλήρωσης των προϋποθέσεων υιοθέτησης του ευρώ. Για τον λόγο αυτό δεν προβλέπεται η επαναφορά ενός κράτους - μέλους στο καθεστώς της παρέκκλισης ούτε οικειοθελώς. Μάλιστα, κατά την παρ. 3, το Συμβούλιο, όταν αποφασίζει την αποδοχή κράτους - μέλους στην ΟΝΕ, «θεσπίζει αμετάκλητα την ισοτιμία με την οποία το ευρώ αντικαθιστά το νόμισμα του συγκεκριμένου κράτους - μέλους».

Έτσι, δεν έχει νόημα η έξοδος από την ΟΝΕ, αφού η ισοτιμία αντικατάστασης είναι αμετάκλητη και δεν υπάρχει η δυνατότητα νομισματικής υποτίμησης έναντι του ευρώ, με την υιοθέτηση εκ νέου εγχώριου νομίσματος σε καθεστώς παρέκκλισης, κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη διάλυση της Ευρωζώνης με τη δυνατότητα έναρξης ενός νομισματικού πολέμου υποτιμήσεων, τον οποίο ακριβώς ήρθε να αποκλείσει το ευρώ.

Άλλωστε, ακόμη και η εθελοντική επαναφορά στο καθεστώς της παρέκκλισης δεν παύει να είναι αντίθετη με τις συνθήκες, αφού νόμισμα της Ένωσης είναι το ευρώ και σκοπός της Ένωσης η υιοθέτηση από όλα τα κράτη - μέλη του ευρώ, γι' αυτό και δεν προβλέπεται.

Η εξαίρεση της Μ. Βρετανίας και της Δανίας από την υποχρέωση υιοθέτησης του ευρώ έχει γίνει με το πρωτογενές δίκαιο των ίδιων των συνθηκών και δεν υποχρεούνται στην υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος, υποχρέωση που ισχύει για όλες τις άλλες χώρες. Άλλωστε, οι κανόνες της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής του κεφαλαίου 8 της ΣΛΕΕ, μεταξύ των οποίων και η απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης (πλην Μ. Βρετανίας), η δημοσιονομική πειθαρχία και οι κανόνες του ανταγωνισμού, της ελεύθερης αγοράς, της πλήρους απασχόλησης και της κοινωνικής προόδου, είναι ενιαίοι σε όλη την Ένωση, περιλαμβανομένων των κρατών σε καθεστώς παρέκκλισης, και δεν αφορούν ειδικά την Ευρωζώνη.

Ως εκ τούτου, ούτε η οικειοθελής αποχώρηση είναι νομικά σύμφωνη με τις συνθήκες, αν και υποστηρίζεται ότι θα μπορούσε να γίνει. Αλλά και αν υποθέσουμε ότι, έστω κατόπιν συμφωνίας και αλλαγής των συνθηκών, μπορούσε να προβλεφθεί η εθελοντική αποχώρηση, θα στερούνταν παντελώς οικονομικού νοήματος, διότι οι κανόνες είναι ενιαίοι εντός ή εκτός Ευρωζώνης και δεν θα ωφελούνταν ένα κράτος από μια τέτοια αποχώρηση, πέραν του ότι μια τέτοια πρόβλεψη, ως αντιβαίνουσα στον σκοπό της Ένωσης, θα ήταν καθαρή αντινομία και πολιτικά, οικονομικά και νομικά εξόχως προβληματική.

Περαιτέρω, για αναγκαστική αποβολή κράτους από την Ευρωζώνη δεν μπορεί καν να γίνει λόγος, διότι, όχι μόνο δεν προβλέπεται, αλλά αντίθετα απαγορεύεται από όλο το πλέγμα των κανόνων της Ε.Ε.

Γίνεται λόγος ότι η διολίσθηση εκτός ευρώ μπορεί να γίνει αναγκαστικά, διότι η ΕΚΤ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα διακόψει την παροχή ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα, μη στηρίζοντας περαιτέρω τις εκροές καταθέσεων.

Οι εκροές καταθέσεων είναι παντελώς άσκοπες και εξαντλούν τη ρευστότητα του συστήματος, δημιουργούν προβλήματα στη χώρα, την οποία αναγκάζουν να ζητάει εγκρίσεις για τον ELA και πρέπει να σταματήσουν άμεσα, αλλά η ΕΚΤ δεν μπορεί να διακόψει την παροχή ρευστότητας, διότι το ευρώ είναι το μόνο νόμιμο χρήμα στην Ευρωζώνη (128 παρ. 1 ΣΛΕΕ) και η εισδοχή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη έγινε με ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου και όχι της ΕΚΤ, απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε ανάκληση (αν επιτρέπονταν, θα ήθελε ως ομόφωνη και σύμφωνη γνώμη της Ελλάδας) ούτε πλέον σε προσφυγή ακύρωσης στο Δικαστήριο.

Η ΕΚΤ είναι αναρμόδια να αποφασίσει ή να αναγκάσει έμμεσα τη χώρα σε υιοθέτηση άλλου νομίσματος, αφού τη σχετική αρμοδιότητα από τις συνθήκες ασκεί αμετάκλητα το Συμβούλιο.

Εάν η ΕΚΤ διέκοπτε με απόφαση των 2/3 του Συμβουλίου της την παροχή ρευστότητας στη χώρα και εμπόδιζε έτσι την ομαλή διεξαγωγή των χρηματικών συναλλαγών στη ζώνη του ευρώ, κάτι που απαγορεύεται από το καταστατικό της, θα προέβαινε σε κατάφωρη παραβίαση των συνθηκών, ακυρωτέα στο Δικαστήριο, αλλά πάντως, ακόμη κι έτσι, δεν μπορεί να εκδιώξει την Τράπεζα της Ελλάδος από το ΕΣΚΤ, διότι είναι μέτοχος με ποσοστό 2,9%, πολύ μεγαλύτερο από πολλές άλλες χώρες και απαγορεύεται από το Καταστατικό της ΕΚΤ η αποβολή μετόχου, με απόφαση έστω και όλων των άλλων μετόχων.

Από την άλλη, όταν ένα κράτος - μέλος περιπέσει σε κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος, προβλέπεται η υπαγωγή του στο άρθρο 126 ΣΛΕΕ και η θέση του υπό την οικονομική επιτήρηση της Κομισιόν και του Συμβουλίου και τίθεται υπό το καθεστώς των συστάσεων και των κυρώσεων του Συμβουλίου, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Ειδικά για τα μέλη της Ευρωζώνης προβλέπεται και η υπαγωγή τους στο άρθρο 136, στο οποίο προστέθηκε η παρ. 3 για τον μηχανισμό σταθερότητας. Έτσι, και ο ESM (διάδοχος του EFSF), πλέον, το δάνειο του οποίου στην Ελλάδα ανέρχεται σε 142 δισ. εντάσσεται πλέον στο καθεστώς των συνθηκών.

Η ένταξη του ESM στο καθεστώς των συνθηκών, ώστε τα δάνεια από αυτόν να χορηγούνται (άρθρο 14-18 της συνθήκης ESM) με αμοιβαία συμφωνία, έχει ως συνέπεια η συμφωνία αυτή να πρέπει να είναι συμβατή με τις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης κατά τα άρθρα 2 και 3 ΣΕΕ, που προβλέπουν την ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική πρόοδο, την πλήρη απασχόληση και τον σεβασμό της Δημοκρατίας, άρα και της αξίωσης της ελληνικής κυβέρνησης να εφαρμόσει τη δική της οικονομική πολιτική για την επίτευξη των συμφωνημένων στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Επίσης, κατά το άρθρο 13, παρ. 3 της συνθήκης ESM, οι όροι της χρηματοδότησης συμφωνούνται κατόπιν διαπραγμάτευσης μεταξύ της χώρας και Κομισιόν.

Έτσι, η συμμετοχή του ΔΝΤ δεν μπορεί να αλλάξει το γεγονός ότι οι όροι του ευρωπαϊκού προγράμματος στήριξης είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης με την Κομισιόν και πρέπει να σέβονται τους κανόνες και τις προβλέψεις οικονομικής πολιτικής των ευρωπαϊκών συνθηκών.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0