Του ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ
Ο αστικός δικομματισμός αποτέλεσε σταθερό χαρακτηριστικό της ελληνικής πολιτικής ζωής επί μια ολόκληρη 35ετία (1974 - 2009), με τα δύο κόμματα (συντηρητικό και σοσιαλδημοκρατικό) να συγκεντρώνουν αθροιστικά εξαιρετικά υψηλά ποσοστά εκλογικής επιρροής (78% στις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου 2009). Εντούτοις, η κίνηση και των δύο πολιτικών σχηματισμών Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ στον αστερισμό της μνημονιακής πολιτικής (2010 - 2014) επέφερε την ισχυρή απονομιμοποίησή τους, πολύ μεγαλύτερη του ΠΑΣΟΚ, που εκπροσωπούσε ιστορικά την πλειονότητα των εργατικών λαϊκών στρωμάτων, και λιγότερο της Ν.Δ., που διατήρησε τον σκληρό πυρήνα τής αστικής τάξης και των μεσαίων - ανώτερων τμημάτων των μικροαστικών τάξεων. Στη σημερινή συγκυρία και μετά την κατίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ και τη δημοσκοπική του κίνηση σε ποσοστά επιρροής άνω του 40%, ο συνασπισμός των αστικών μνημονιακών δυνάμεων, με την προσθήκη του Ποταμιού, που κινείται στις ίδιες μνημονιακές συντεταγμένες, ακόμη κι αν ενώνονταν σε ένα κοινό μέτωπο «ευρωπαϊκού συναγερμού», μετά βίας προσεγγίζει σήμερα αθροιστικά το 30% της εκλογικής εμβέλειας.
Τέτοια καταβαράθρωση του αστικού δικομματισμού και τέτοια απαξίωση των κομμάτων του αστικού μνημονιακού τόξου είναι πραγματικά πρωτοφανείς στη μεταπολεμική ελληνική Ιστορία. Τα κόμματα αυτά αδυνατούν να εκφράσουν και να συσπειρώσουν κοινωνικά στρώματα, μικροαστικά και λαϊκά, που ανήκουν στο μπλοκ των «από κάτω», όπως συνέβαινε στο παρελθόν κυρίως με το ΠΑΣΟΚ, και έτσι να συγκροτήσουν μια αξιόπιστη εναλλακτική πολιτική έναντι του παντοδύναμου σήμερα ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, σε αντίθεση με αυτά, εκφράζει εκλογικά τη μισθωτή εργασία, τους ανέργους, τους συνταξιούχους, τη νεολαία και τα αυτοαπασχολούμενα μικροαστικά στρώματα και συγκροτεί το πρόγραμμά του στη βάση των λαϊκών διεκδικήσεων και προσδοκιών. Και επειδή έχουν επίγνωση αυτής της πραγματικότητας, εκείνο που προσδοκούν προκειμένου να ξαναβγούν στον αφρό είναι είτε μια κατάσταση χάους και πανικού στην περίπτωση της «ρήξης» της ελληνικής κυβέρνησης με τους θεσμούς, είτε μια βαθιά ενσωμάτωση της κυβέρνησης «κοινωνικής σωτηρίας» στα κελεύσματα της μνημονιακής πολιτικής.
Ωστόσο, κανένα από τα δύο αυτά σενάρια δεν πρόκειται να συμβεί. Από τη μια πλευρά η προοπτική της σύναψης συμφωνίας είναι με σαφήνεια ορατή και χαρακτηρίζεται μεν από την επιβολή «σκληρών» φοροεισπρακτικών μέτρων, διασώζοντας όμως τις λαϊκές ταξικές επιδιώξεις (συλλογικές συμβάσεις, κατώτατος μισθός, προστασία των συντάξεων κ.λπ.), πράγμα που δεν δημιουργεί έδαφος για την όποια ανάκαμψη του αστικού μνημονιακού συνασπισμού. Από την άλλη πλευρά, ακόμη κι αν καταγραφεί μια ορισμένη «ρήξη», αυτή μπορεί να είναι διαχειρίσιμη από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης και των αριστερών ριζοσπαστικών δυνάμεων, με μια ολόκληρη σειρά μέτρων προάσπισης της εθνικής οικονομίας και των λαϊκών συμφερόντων: Δεν πρόκειται να αναδειχθεί εκείνη η «αναμπουμπούλα» που να κάνει τον μνημονιακό λύκο να χαίρεται.
Οι πολιτικοί σχηματισμοί του αστικού μνημονιακού τόξου έχουν διαρρήξει τις σχέσεις εκπροσώπησης που ιστορικά είχαν διαμορφώσει με τμήματα των λαϊκών τάξεων, εξαιτίας της άσκησης βάρβαρων πολιτικών που μείωσαν δραματικά τους μισθούς και τις συντάξεις, συνέβαλαν στην εκτίναξη της ανεργίας σε δυσθεώρητα ύψη, επέβαλαν μια ισχυρή φοροεπιδρομή σε βάρος του εργαζόμενου κόσμου, θέτοντας στο απυρόβλητο την καπιταλιστική κερδοφορία του επιχειρηματικού κεφαλαίου. Τμήματα του λαϊκού συνασπισμού, όπως δημόσιοι υπάλληλοι, συνταξιούχοι, εργαζόμενοι, άνεργοι που εκφράζονταν πολιτικά από τα κόμματα του αστικού δικομματισμού, υφιστάμενα αυτά τα συνεχή πλήγματα χωρίς ορίζοντα τερματισμού τους, εγκατέλειψαν τα μνημονιακά κόμματα και μετατοπίστηκαν προς τα αριστερά. Καμιά διακυβέρνηση, του ΠΑΣΟΚ ή της Ν.Δ., δεν μπορεί να παραμείνει στην εξουσία αν παράλληλα με την εξυπηρέτηση των κυρίαρχων αστικών συμφερόντων δεν φροντίζει να ικανοποιεί στοιχειώδεις λαϊκές ανάγκες.
Γιατί δεν το έκαναν αυτό οι διαδοχικές μνημονιακές κυβερνήσεις της τελευταίας πενταετίας και γιατί αδυνατούν να το κάνουν και σήμερα, προκειμένου να διαμορφώσουν μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση σε σχέση με την κυβέρνηση της Αριστεράς; Ο λόγος είναι ότι η κρίση υπερσυσσώρευσης του ελληνικού καπιταλισμού που εξερράγη το 2008 ήταν τόσο μεγάλου μεγέθους, που απειλούσε την ίδια την υπόσταση του καπιταλιστικού οικονομικού οικοδομήματος στην ελληνική κοινωνία. Γι' αυτό τον λόγο χρειάζονταν οι δυνάμεις της αστικής μνημονιακής διαχείρισης να δώσουν «γη και ύδωρ» προκειμένου να διασώσουν τον ελληνικό καπιταλισμό από το βούλιαγμά του σε υψηλά ζημιογόνα αποτελέσματα, δηλαδή να καταστήσουν την εργασία «φθηνή, ευέλικτη και πειθήνια», να μειώσουν έτσι δραστικά το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος και κατ' αυτό τον τρόπο να επιτύχουν τη μεταστροφή της πορείας τού επιχειρηματικού κεφαλαίου σε επίπεδα ικανής κερδοφορίας στην τελευταία διετία.
Η μεγάλη ιστορική επιρροή της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και η σχετική αποψίλωση της συντηρητικής παράταξης, υπήρξαν οι «Ιφιγένειες» προκειμένου να πνεύσει «ούριος άνεμος» για τη διέξοδο του κεφαλαίου από την κρίση υπερσυσσώρευσης, αφήνοντας πίσω κοινωνική καταστροφή και παραγωγικό όλεθρο. Το αστικό οικονομικό σύστημα δηλαδή «θυσίασε» τα καλύτερα πολιτικά του τέκνα, προκειμένου να επιτύχει την έξοδο από την κρίση προς όφελος των συμφερόντων της εργοδοσίας και σε βάρος των συμφερόντων του εργαζόμενου κόσμου. Έτσι, η απαξίωση των αστικών μνημονιακών δυνάμεων είναι πολύ ισχυρή, εφόσον οποιαδήποτε λύση του ελληνικού ζητήματος δεν μπορεί να περάσει παρά μόνο διά μέσου του ΣΥΡΙΖΑ. Γι' αυτό σήμερα βρίσκεται χωρίς αξιόπιστες πολιτικές εκπροσωπήσεις, στον βαθμό που αυτές που ιστορικά διέθετε αποτέλεσαν «αναλώσιμα υλικά» για τη σωτηρία των δικών του ταξικών συμφερόντων.
Βέβαια, στο μέτρο που το επιχειρηματικό κεφάλαιο παύει να είναι στο απυρόβλητο και υφίσταται την έκτακτη εισφορά του 12% επί των κερδών και την αύξηση του φορολογικού συντελεστή και στον βαθμό που διασφαλίζεται η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και του κατώτατου μισθού σίγουρα νιώθει άβολα με τα σημερινά δεδομένα. Άλλωστε, η κερδοφορία που έχει επιτύχει εδώ και δύο χρόνια δεν βασίζεται σε διεύρυνση των αγορών, σε τεχνολογικές καινοτομίες, στην παραγωγή νέων προϊόντων κ.λπ., αλλά αποκλειστικά στα μέτρα τής μνημονιακής πολιτικής. Φυσικό είναι άρα να επιζητεί τη διαιώνιση της εξαγωγής μορφών απόλυτης υπεραξίας, επιδίωξη στην οποία συμπίπτει με τους προσανατολισμούς των ευρωπαϊκών κέντρων του ακραίου νεοφιλελευθερισμού.
Για όλους αυτούς τους λόγους (παρατεταμένη εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής, απονομιμοποίηση, ευθεία υπηρέτηση των καπιταλιστικών συμφερόντων) η ανάταξη του αστικού μνημονιακού τόξου με αξιώσεις κατάληψης της πολιτικής εξουσίας φαντάζει ως «όνειρο θερινής νυκτός», τουλάχιστον σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο. Η ίδια η πορεία του ελληνικού καπιταλισμού δεν αφήνει περιθώρια άσκησης μιας πολιτικής που εμπεριέχει και φιλολαϊκά χαρακτηριστικά από τη Ν.Δ., το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ. Οποιαδήποτε τροποποίηση των συσχετισμών και επιβολής φιλολαϊκών μέτρων, όπως αυτά που εμπεριέχονται στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, δεν μπορούν να πραγματωθούν παρά από τις δυνάμεις της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.