Ρεπορτάζ: Κώστας Παπαγιάννης
Το προκαταρκτικό πόρισμα της Επιτροπής Αλήθειας Δημόσιου Χρέους παρουσιάστηκε στη Βουλή την Τετάρτη και την Πέμπτη, πόρισμα από το οποίο προκύπτουν σημαντικά στοιχεία που καθιστούν το χρέος της χώρας παράνομο, απεχθές και μη βιώσιμο. Η πρόεδρος της Βουλής Ζ. Κωνσταντοπούλου τόνισε χαρακτηριστικά ότι από το προκαταρκτικό πόρισμα προκύπτουν «σοβαρά επιχειρήματα απονομιμοποίησης του χρέους και αναστολής της πληρωμής του». Το προκαταρκτικό πόρισμα έχει εννέα κεφάλαια και τα μέλη της Επιτροπής Αλήθειας αφιέρωσαν αρκετό χρόνο για την αναλυτική τους παρουσίαση, η οποία μεταδόθηκε απευθείας από το Κανάλι της Βουλής.
Παράλληλα, στην παρουσίαση έλαβαν τον λόγο σημαντικές προσωπικότητες από όλο τον κόσμο, όπως τα μέλη της πρόσφατα συσταθείσας Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου του Χρέους της Αργεντινής. Μίλησαν ακόμα βουλευτές και ευρωβουλευτές, κυρίως από την ευρωπαϊκή Αριστερά, κάτι που φανερώνει τη μεγάλη σημασία που έχει για πολιτικά και κοινωνικά κινήματα το σοβαρό αυτό πρώτο βήμα που κάνει η Ελλάδα ως προς τον λογιστικό έλεγχο του χρέους της.
Κοινή συνισταμένη των επιχειρημάτων και των ευρημάτων του προκαταρκτικού πορίσματος είναι η παραδοχή ότι οι δανειστές γνώριζαν ότι η επιβολή των μνημονιακών μέτρων θα οδηγήσει την Ελλάδα στο να παραβιάσει τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της ώστε να αποπληρώσει το χρέος, κάτι που το καθιστά παράνομο και απεχθές. Παράλληλα, επισημαίνονται σειρά συνειδητών παραβιάσεων των καταστατικών των θεσμών που μετέχουν στην τρόικα, των διεθνών συνθηκών και του ελληνικού Συντάγματος.
Αξιολόγηση των υποχρεώσεων της χώρας προς τους θεσμούς
Το πιο σημαντικό από τα κεφάλαια είναι το όγδοο, στο οποίο γίνεται η εκτίμηση για το επαχθές και παράνομο του χρέους και για τη βιωσιμότητά του. Εξειδικεύοντας ως προς τις υποχρεώσεις της χώρας προς το ΔΝΤ, την ΕΚΤ, τον EFSF και τα διμερή δάνεια, η έκθεση παρατηρεί ότι το ΔΝΤ είχε γνώση της καταστροφής που θα επέφερε το πρόγραμμα και των επιπτώσεων που αυτό θα είχε στη βιωσιμότητα του χρέους, ενώ ενέργησε «με αποκλειστικό στόχο την προστασία των συμφερόντων των ιδιωτών δανειστών».
Για την ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι «υπερέβη την αποστολή της», συμμετέχοντας στην επιβολή πολιτικών σε κράτος - μέλος, ενώ αγόρασε ομόλογα στη δευτερογενή αγορά απαιτώντας την αποπληρωμή της ονομαστικής τους αξίας. Ακόμα προσπάθησε να εξαναγκάσει την Ελλάδα να εφαρμόσει το πρόγραμμα, παρακρατώντας το κέρδος που είχε από την πώληση ελληνικών ομολόγων.
Για τον EFSF επισημαίνεται η έλλειψη δημοκρατικής του νομιμοποίησης, ενώ γίνεται το σχόλιο ότι το ταμείο ιδρύθηκε ως ιδιωτικός φορέας εκτός του ευρωενωσιακού πλαισίου. Ακόμα, σημειώνεται ότι τα δάνεια με τον EFSF δεν συνάφθηκαν με στόχο το όφελος για όλο τον πληθυσμό, καθώς επικεντρώνονταν στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
Παρόμοια είναι και τα επιχειρήματα για το χρέος που δημιουργήθηκε από τα διμερή δάνεια, καθώς γίνεται λόγος για «καταχρηστικούς όρους», όπως η εφαρμογή των όρων της συμφωνίας ακόμα κι αν θεωρηθούν παράνομοι, ενώ παρατηρείται ότι τα κράτη δάνεισαν την Ελλάδα με υψηλό επιτόκιο, υψηλότερο από αυτό με το οποίο δανείζονταν από τις αγορές.
Το χρέος προς τους ιδιώτες και τους μικροομολογιούχους
Διαφορετική είναι η στάση της έκθεσης έναντι του χρέους της χώρας προς ιδιώτες. Αν και τονίζει ότι οι τράπεζες λειτούργησαν «ανεύθυνα» και σε κάποιο βαθμό με κακή πίστη, λόγω της ανάμειξής τους στα CDS, η έκθεση αναγνωρίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος είναι παράνομο και απεχθές, κάτι που δεν ισχύει στις προηγούμενες περιπτώσεις όπου υπάρχει συνολική απόρριψη των χρεών. Ειδική αναφορά γίνεται στους μικροομολογιούχους, για τους οποίους υπογραμμίζεται ότι ήταν λιγότερο πληροφορημένοι από τις τράπεζες και δεν είχαν δικαίωμα να αρνηθούν το κούρεμα των ομολόγων τους.
Η νομική τεκμηρίωση της αποκήρυξης του χρέους
Σημαντικό είναι και το ένατο κεφάλαιο, το οποίο ασχολείται με τη νομική τεκμηρίωση της αποκήρυξης του τμήματος του χρέους που προσδιορίζεται ως παράνομο και απεχθές, καθώς και των σχετικών μηχανισμών που αφορούν το μη βιώσιμο χρέος. Αναλύοντας τα επιχειρήματα με βάση τα οποία η Ελλάδα θα είχε δικαίωμα να προχωρήσει μονομερώς σε αποκήρυξη του χρέους και αναστολή της υποχρέωσης εξυπηρέτησής του, η Επιτροπή Αλήθειας εκτιμά ότι η Ελλάδα «τα ικανοποιεί όλα».
Η πορεία του χρέους μέχρι το 2009
Το προκαταρκτικό πόρισμα όμως κάνει και μια λεπτομερή ανάλυση για την πορεία του χρέους μέχρι σήμερα και τις επιπτώσεις των Μνημονίων. Το πρώτο κεφάλαιο αναλύει την εξέλιξη της δομής του δημόσιου χρέους από το 1980 έως το 2009. Η έκθεση της Επιτροπής Αλήθειας αναλύει το γεγονός ότι τα δύο τρίτα της αύξησης του χρέους από το 1980 ώς το 2007 είναι αποτέλεσμα της ανόδου των επιτοκίων.
Οι δημόσιες δαπάνες της Ελλάδας ήταν χαμηλότερες από τον μέσο όρο των δαπανών των υπόλοιπων μελών της Ευρωζώνης, με μοναδική εξαίρεση τις αμυντικές δαπάνες. Την ίδια περίοδο, σημαντικό κομμάτι της αύξησης του χρέους αντιστοιχεί στην υστέρηση των εσόδων εξαιτίας της φοροδιαφυγής, της εισφοροδιαφυγής και της μη φορολόγησης επιχειρήσεων λόγω εξόδου κεφαλαίων για αποφυγή φορολόγησης.
Με το ξέσπασμα της κρίσης, οι ξένες τράπεζες, και κυρίως οι γαλλικές και οι γερμανικές, είχαν έκθεση 140 δισ. ευρώ στην Ελλάδα, όμως η απόφαση για bailout της ελληνικής οικονομίας χωρίς αναδιάρθρωση του χρέους ήταν «μια απόφαση με πλεονεκτήματα για τις ξένες τράπεζες: τους προσέφερε χρόνο να μειώσουν, με σχετικά μικρό κόστος, την έκθεσή τους τουλάχιστον στον δημόσιο και τον τραπεζικό τομέα» όπως παρατηρείται χαρακτηριστικά.
Η "δραματοποίηση" της κατάστασης της οικονομίας το 2010
Στο δεύτερο κεφάλαιο περιγράφεται η πορεία του χρέους μεταξύ 2010 και 2015, χωρίς να παραλείπονται αναφορές στο ζήτημα των στοιχείων για το έλλειμμα και το χρέος, για τα οποία σημειώνεται ότι «παράνομα αυξήθηκαν» από τον Γ. Παπανδρέου με τη συνεργασία των ευρωπαϊκών αρχών. Στο κείμενο του πορίσματος εκτιμάται ότι υπήρξε «δραματοποίηση» της κατάστασης της οικονομίας στις αρχές του 2010, ώστε να δικαιολογηθεί η προσφυγή στο Μνημόνιο, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις, όπως η αναδόμηση του τραπεζικού συστήματος, ο εσωτερικός δανεισμός, η αγορά ελληνικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, η παύση πληρωμών κ.λπ.
Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται αποτύπωση του χρέους ανά πιστωτή και διαπιστώνεται ότι μόνο το 10,1% των δανείων αξιοποιήθηκαν για να χρηματοδοτήσουν δράσεις του προϋπολογισμού. Στο τέταρτο κεφάλαιο επιχειρείται μια περιγραφή του μηχανισμού του χρέους της Ελλάδας, ο οποίος βοήθησε τον ιδιωτικό οικονομικό τομέα. Στο πέμπτο κεφάλαιο γίνεται μια ανάλυση με την οποία επισημαίνεται ότι οι όροι του Μνημονίου συνέβαλαν καθοριστικά στην έλλειψη βιωσιμότητας του χρέους της χώρας, με πιο χαρακτηριστικό τον όρο της πτώσης των μισθών, η οποία συνέβαλε στο 27% της αύξησης του χρέους επί ποσοστού του ΑΕΠ.
Οι επιπτώσεις του Μνημονίου στα ανθρώπινα δικαιώματα
Στο έκτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά στις επιπτώσεις του Μνημονίου στα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ στο έβδομο κεφάλαιο επισημαίνεται ότι ευθύνη για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των διεθνών συμβάσεων που τα προστατεύουν έχουν και οι δανειστές, οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις παραβίασαν και τα καταστατικά τους στον συγκεκριμένο τομέα. Στο κεφάλαιο αυτό περιγράφονται και οι παραβιάσεις του Συντάγματος, καθώς και η σημασία της αποδοχής του αγγλικού δικαίου.