Του Σταύρου Τασιόπουλου*
Αντικειμενικά, σύμφωνα και με τα όσα έχουμε δει τα τελευταία χρόνια, γίνεται η καλύτερη διαπραγμάτευση που μπορεί να συμβεί με βάση τις όλες γνωστές καταστάσεις και του κράτους μας και της κομματικής αντίληψης που υπάρχει σε κάθε κυβερνών κόμμα.
Για τέσσερις μήνες βλέπουμε τους ισχυρούς της Ε.Ε. και τις ΗΠΑ να ασχολούνται διαρκώς με την Ελλάδα, ώστε να βελτιωθούν οι όροι ύπαρξης της χώρας στον Δυτικό κόσμο, αντί έτοιμων λύσεων που είχαν συνηθίσει από τα έξω και είχαν αποδεχτεί αμάχητα οι εκ των έσω.
Και για αυτό υπάρχουν πέντε ασφαλή συμπεράσματα:
1ον Υφίσταται διαπραγμάτευση - πρώτη φορά αποδοκιμάζονται ευθέως οι μέχρι σήμερα στρατηγικές των εταίρων.
2ον Η διαπραγμάτευση έχει σε πρώτο πλάνο την πολιτική και δευτερευόντως την οικονομία. Η Ευρώπη είναι ένωση διαφορετικών αλλά ισότιμων χωρών που συζητούν και συναποφασίζουν.
3ον Αποκαλύπτονται πλήρως τα λάθη των περασμένων κυβερνήσεων, που δεν προχώρησαν σε επωφελείς μεταρρυθμίσεις, αλλά ενίσχυσαν την ύφεση.
4ον Αναγνωρίζεται ότι οι μεταρρυθμίσεις προς ένα σύγχρονο κράτος δικαίου με κοινωνικές πολιτικές και φιλικό προς την οικονομική δραστηριότητα είναι αναγκαίες και είναι ο δρόμος που χρειάζεται η Ελλάδα, αντί των καθαρά εισπρακτικών μέτρων προς επίτευξη ''πλεονασμάτων'' χωρίς στρατηγική ανάπτυξης.
5ον Αναγνώριση της ανθρωπιστικής κρίσης για μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, επισήμως πλέον από τους θεσμικούς εκφραστές των θεσμών.
Αυτή είναι από μόνη της μια επιτυχία και όσο για τα μέτρα, κάθε κυβέρνηση οφείλει να λάβει μέτρα και κάνει μεταρρυθμίσεις. Σημασία έχει η κατεύθυνση που έχουν και να είναι αναλογικά με τις δυνάμεις του κάθε πολίτη.
Εδώ έρχεται και η κριτική προς την κυβέρνηση, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ανέβασε υψηλά τον πήχη προεκλογικά τάζοντας πράγματα που είναι δύσκολο ή αδύνατο να συμβούν και επίσης ότι δεν μπορούν να βρεθούν επωφελείς για τον λαό λύσεις εντός της νεοφιλελεύθερης Ευρωζώνης.
Στο ίδιο όμως σημείο βρίσκεται και η απάντηση σε αυτή τη μονοδιάσταση και με παρωπίδες κριτική, μιας και όσοι την ασκούν λένε όσα θα έλεγαν σε κάθε περίπτωση και δεν μιλούν με βάση τα πραγματικά δεδομένα.
Και η πραγματικότητα είναι πως ο Τσίπρας υποσχέθηκε τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια για διαπραγμάτευση και αυτό σημαίνει ταυτόχρονα και δέσμευση για λύση στη βάση συμφωνίας και όχι σε μονομερείς ενέργειες. Και η διαπραγμάτευση αυτή να οδηγεί όχι απλώς σε συμφωνία ή συμφωνίες επιμέρους διαδικασιών, αλλά σε επίτευξη λύσης ολοκληρωμένης για όλα τα ζητήματα της χώρας.
Η διαπραγμάτευση γίνεται με βάση το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ που θέτει πρώτα τον άνθρωπο, τον κάθε πολίτη της Ελλάδας, και καλεί τους αριθμούς που αφορούν το χρέος να ευθυγραμμιστούν με τις ανάγκες των πολιτών. Δηλαδή οι θεσμοί και η Ε.Ε. να αναγνωρίσουν τα λάθη τής μέχρι σήμερα συνταγής και να συμφωνηθούν νέες μέθοδοι και πολιτικές που ενισχύουν την ανάπτυξη και όχι την ύφεση.
Σε αυτή τη διαδικασία, πρωτόγνωρη για όποια ελληνική κυβέρνηση, ψηφίζονται στη Βουλή ρυθμίσεις επωφελείς για τους πολίτες και για την οικονομία και την κρατική διοίκηση συνολικά. Είναι εμφανές ότι έχει ξεκινήσει μια άλλη κατεύθυνση πολιτικής, που ναι μεν δεν κηρύσσει τον πόλεμο στον καπιταλισμό, έρχεται όμως να δώσει ξανά νόημα στον ανθρωπισμό και στο κοινωνικό κράτος δικαίου.
Αυτή η πορεία απαιτεί υπευθυνότητα, όραμα και στρατηγική και για να συνεχιστεί χρειάζεται η κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην Βουλή και θα πρέπει να γνωρίζουν όλοι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ότι το ζήτημα δεν είναι κομματικό, αλλά αφορά την ελληνική κοινωνία συνολικά.
Αν κάποιοι για λόγους ιδεοληψίας, για λόγους διαφορετικής αντίληψης των πραγμάτων, δεν συμφωνούν, ναι μεν έχουν την ελευθερία του βουλευτή, να αποφασίζει όμως ταυτόχρονα έχουν και την ευθύνη προς την κοινωνία, διότι τώρα κρίνεται η πορεία μιας επωφελούς για τον λαό μεταρρυθμιστικής διαδικασίας.
Υπάρχει βέβαια και η άλλη λύση, να παραδοθεί η εξουσία στους μέχρι πρότινος κυβερνώντες για λόγους ιδεολογικής καθαρότητας μιας και κάποιοι ίσως επιθυμούν την άνεση της διαρκούς κριτικής και όχι της κυβέρνησης της χώρας.
Σε κάθε περίπτωση η κάθοδος της χώρας και η πορεία προς την ύφεση έχει σταματήσει. Τώρα εξαρτάται πόσο σύντομα θα ξεκινήσει η άνοδος και αυτή τη δυνατότητα αξίζει να την έχει η κυβέρνηση του Τσίπρα.
* Ο Σταύρος Τασιόπουλος είναι δημοτικός σύμβουλος Δήμου Αιγάλεω