ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Με την πεποίθηση ότι η ελληνική κυβέρνηση διένυσε το κομμάτι που της αναλογεί, αναμένει τις καθοριστικές αυτές ώρες να πράξει και η άλλη πλευρά το ίδιο, με ζητούμενο την επίτευξη μιας βιώσιμης και αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας.
Παρά την κρισιμότητα των στιγμών, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι πλευρές στέκονται στο ύψος των περιστάσεων -με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να αποτελεί την πιο χαρακτηριστική περίπτωση- εξ ου και οι «τρικλοποδιές» της τελευταίας στιγμής στο επίπεδο των τεχνοκρατών. Εικόνα που επιβεβαιώνει τα όσα δήλωνε στον "Guardian" ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ότι η συμφωνία θα επιτευχθεί τελικά «στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο», (αλλά και ο τίτλος της «Αυγής», μία ημέρα πριν, την Πέμπτη ήταν... «Στην πολιτική η τελευταία λέξη»). Στην ίδια συνέντευξη, ο αν. υπουργός Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων κάνει εξάλλου λόγο για «μία μεσοπρόθεσμη συμφωνία, ίσως ετήσια».
Από τα παραπάνω γίνεται σαφές γιατί η διαπραγμάτευση επιστρέφει στο επίπεδο των αρχηγών κυβερνήσεων ή κρατών, με τον Έλληνα πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα να συνομιλεί, ταυτόχρονα, μέσω τηλεδιάσκεψης, και επί μία ώρα με τη Γερμανίδα ομόλογό του Άνγκελα Μέρκελ και τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ. Μια τηλεδιάσκεψη που κατέγραψε τη «σταθερή βούληση για συμφωνία», έγινε δε σε «καλό, εποικοδομητικό κλίμα», σύμφωνα με πηγή του Μεγάρου Μαξίμου.
Σε αυτό το τελευταίο... 100άρι, η κυβέρνηση ζητά από τους πολίτες να κλείσουν τα αυτιά τους στους κάθε λογής κινδυνολόγους, εγχώριους και μη, κάποιοι από τους οποίους φαίνεται πως τζογάρουν καθημερινά, με προφανείς επιδιώξεις... «Δεν υπάρχει κανένας απολύτως κίνδυνος ούτε στους μισθούς και τις συντάξεις ούτε στις τράπεζες και τις καταθέσεις» ήταν, θυμίζουμε, το μήνυμα του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα μετά τη σύσκεψη στο υπουργείο Οικονομικών την περασμένη Τετάρτη. Και το Μέγαρο Μαξίμου έχει κάθε λόγο να πιστεύει ότι, όσο προσεγγίζουμε τη συμφωνία, τόσο ο αφανής εκείνος μηχανισμός των ακραίων νεοφιλελεύθερων, με τη συνδρομή οικονομικών κέντρων και μιντιακών συγκροτημάτων, θα εντείνει την καταστροφολογική προπαγάνδα.
Η Αθήνα επιθυμεί συμφωνία, αλλά με τήρηση των κόκκινων γραμμών της. Μια αποδεκτή συμφωνία, όπως διεμήνυαν, συνεργάτες του Αλ. Τσίπρα, θα περιλαμβάνει χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα για τα πρώτα χρόνια, αναδιανεμητικό χαρακτήρα στον ΦΠΑ, μεσοπρόθεσμη λύση με ελάφρυνση του χρέους, αναπτυξιακό πακέτο, ενώ αντιθέτως δεν θα περιλαμβάνει υφεσιακά μέτρα και δη περικοπή συντάξεων και μισθών.
Για την ελληνική κυβέρνηση, τα εργασιακά είναι εκτός συζήτησης, ενώ σε ό,τι αφορά το συνταξιοδοτικό, αναγνωρίζει μεν το πρόβλημα βιωσιμότητας, υπογραμμίζει συγχρόνως όμως όλους εκείνους τους παράγοντες (ανεργία, μείωση μισθών, κούρεμα PSI κ.ά.) που συνέτειναν στη διόγκωση του προβλήματος. Τούτου δοθέντος, η Αθήνα αναζητεί λύση με απόλυτο σεβασμό των ώριμων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, αλλά και με τη θέση ότι δεν είναι αριστερό, κάποιοι να είναι περισσότερο προνομιούχοι από άλλους.
Στο θέμα του ΦΠΑ, η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα πέτυχε να πείσει την άλλη πλευρά για το δικό της μοντέλο υπολογισμού των εσόδων και, με αυτό ως δεδομένο, τις τελευταίες ώρες της Πέμπτης αναζητούνταν η βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης, αλλά με τη μέγιστη αναδιανομή υπέρ των φτωχότερων. Το οικονομικό επιτελείο συζητά επιπλέον έσοδα της τάξης των 800 εκατ. - 1 δισ. (αλλά όχι κάτι παραπάνω), ποσό που μπορεί να προέλθει από τρεις συντελεστές.
Σε ό,τι αφορά τον ΕΝΦΙΑ, κυβερνητική πηγή διαβεβαίωνε πως το θέμα δεν έχει κλείσει ακόμη για το τρέχον έτος, είναι πάντα ωστόσο σε συνάρτηση με τον προσδιορισμό του δημοσιονομικού κενού (εδώ καταγράφεται 1 δισ. απόκλιση), αλλά και της συμφωνίας για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος. Σημαντική σε κάθε περίπτωση είναι η ανακοίνωση της αν. υπουργού Οικονομικών Νάντιας Βαλαβάνη για τις αντικειμενικές αξίες.
Εν κατακλείδι και εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, η Αθήνα δεν έχει τους πόρους να καταβάλει τη δόση της 5ης Ιουνίου - και άρα απαιτείται η ουσιαστική συμβολή παραγόντων, όπως το Brussels Group, το Eurogroup και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, σύμφωνα με το πεντακάθαρο μήνυμα που στέλνει η κυβέρνηση. Ή, όπως με έμφαση δήλωνε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γαβριήλ Σακελλαρίδης, «ήρθε η ώρα που θα κριθούν όλοι. Και οι θεσμοί, και η ελληνική κυβέρνηση».