Υπό τον τίτλο «Να νικήσει η ελπίδα στην Ελλάδα και την Ευρώπη», η Κεντρική Επιτροπή στην πολιτική της απόφαση σημειώνει μεταξύ άλλων:
«Τέσσερις μήνες τώρα, μέρα με τη μέρα επιμένουμε στις κόκκινες γραμμές που χάραξε ο ίδιος ο λαός στις 25 Γενάρη. Η κυβέρνηση δεν πρόκειται να υπογράψει μνημονιακή συμφωνία.
Το ότι απορρίπτουμε τα τελεσίγραφα -διευκρινίζει στην απόφασή της η Κ.Ε.- δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν επιδιώκουμε μια αμοιβαία επωφελή λύση. Όλο αυτό το διάστημα έχουμε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αρθεί το αδιέξοδο. Η διαλλακτικότητα που επιδείξαμε δεν ήταν έκφραση αδυναμίας ή αφομοίωσης σε κυρίαρχες αντιλήψεις. Ήταν πράξη ευθύνης απέναντι στην ελληνική κοινωνία καθώς και στους υπόλοιπους λαούς της Ευρώπης. Επιδιώξαμε και συνεχίζουμε να επιδιώκουμε μια συμφωνία που θα οδηγήσει έξω από τον φαύλο κύκλο χρέος - λιτότητα - περισσότερο χρέος. Επιδιώξαμε και συνεχίζουμε να επιδιώκουμε μια συμφωνία που θα ενισχύσει τη συνοχή των ευρωπαϊκών λαών. Αντίπαλοι της συνοχής των ευρωπαϊκών λαών είναι οι φανατικοί της λιτότητας που υπονομεύουν τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, υιοθετώντας αδιάλλακτες στάσεις και επιχειρώντας τον πιστωτικό στραγγαλισμό της ελληνικής οικονομίας. Όσοι πιστεύουν ότι θα ταπεινώσουν την Ελλάδα, παίζουν παιχνίδι με τη φωτιά».
Σε άλλο σημείο γίνεται αναλυτική αναφορά - απολογισμός στην προ τριμήνου συμφωνία, ειδικότερα δε, «ο δύσκολος συμβιβασμός της 20ής Φλεβάρη κατέγραψε σημαντικό μέρος των θέσεών μας και επέτρεψε στην κυβέρνηση να αποφύγει την παγίδα θανάτου που είχαν στήσει διεθνείς και εγχώριοι κύκλοι. Γίνονται λοιπόν κατανοητοί οι λόγοι της οργανωμένης επιχείρησης υπονόμευσής της. Από την επαύριον κιόλας της 20ής Φλεβάρη ξεκίνησε συστηματική η προσπάθεια αναίρεσης βασικών σημείων της συμφωνίας της 20ής Φλεβάρη με σκοπό τη σταδιακή μετατροπή της πέμπτης αξιολόγησης του δεύτερου Μνημονίου σε σημείο αναφοράς της διαπραγμάτευσης. Η διολίσθηση στην πέμπτη αξιολόγηση δεν έγινε και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την ελληνική πλευρά».
Οι άνθρωποι πάνω από το χρέος
Εξάλλου, «παρά την υπονόμευση της συμφωνίας της 20ής Φλεβάρη από κύκλους των δανειστών, η κυβέρνηση την τήρησε. Επιπλέον, ενώ η κυβέρνηση απέδειξε έμπρακτα την πολιτική δέσμευσή της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της χώρας τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό, η ελληνική οικονομία υφίσταται έναν πρωτοφανή πιστωτικό στραγγαλισμό, με προφανή πολιτικά αίτια. Αν συνεχιστεί η πιστωτική ασφυξία και τα πράγματα οδηγηθούν σε οριακό σημείο, ας μην έχει κανείς αμφιβολία ότι η πληρωμή μισθών και συντάξεων έχει απόλυτη προτεραιότητα έναντι των δόσεων των δανείων. Οι άνθρωποι είναι πάνω από το χρέος».
Συγχρόνως, στην πολιτική απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά και στους εγχώριους συνεργάτες της τρόικας: «Ο αντίπαλος όμως δεν είναι μόνο στο εξωτερικό, αλλά και εντός των τειχών. Πρόκειται για την ολιγαρχία που ευνοήθηκε και ισχυροποιήθηκε την τελευταία 25ετία και που είδε την εξουσία της να αυξάνεται κατακόρυφα με τις πολιτικές ακραίας λιτότητας και απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, της μνημονικής πενταετίας...
Παρά τη φαιά προπαγάνδα που εξαπολύουν εναντίον μας, το δίκιο θα το επιβάλουμε είτε έτσι είτε αλλιώς. Έχουμε μπροστά μας τέσσερα χρόνια παρά τέσσερις μήνες διακυβέρνησης για να το κάνουμε».
Τα χαρακτηριστικά της συμφωνίας
«Μπαίνοντας στην τελική ευθεία της διαπραγμάτευσης -αναφέρει η Κ.Ε.- οφείλουμε να επισημάνουμε τα βασικά χαρακτηριστικά μιας αποδεκτής από εμάς συμβιβαστικής λύσης για τη διασφάλιση της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας:
Α) Χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα.
Β) Καμία νέα περικοπή σε μισθούς και συντάξεις.
Γ) Αναδιάρθρωση του χρέους.
Δ) Ισχυρό πακέτο για δημόσιες επενδύσεις, ιδίως στις υποδομές και τις νέες τεχνολογίες.
Επιπλέον, αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και η σταδιακή αύξηση του βασικού μισθού στα 751 ευρώ. Είναι εξίσου απαραίτητο οι όποιες αλλαγές στη φορολογική πολιτική να προωθούν την κοινωνική δικαιοσύνη, ελαφραίνοντας τους οικονομικά ασθενείς και υποχρεώνοντας επιτέλους να πληρώσουν οι έχοντες που συστηματικά φοροδιαφεύγουν».