ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗ*
Έδωσε η πρόεδρος της Αργεντινής, Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρχνερ, την εντολή να δολοφονηθεί ο ειδικός ανακριτής Αλμπέρτο Νίσμαν; Αυτό αφήνουν να εννοηθεί πρόσφατα δημοσιεύματα στις Κλαρίν και Λα Νασιόν -τις εφημερίδες με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στη χώρα- η αντιπολίτευση, η οικογένεια του νεκρού δικαστικού και οι διαδηλωτές που κατέκλυσαν τις κεντρικές λεωφόρους του Μπουένος Άιρες μετά την ανακάλυψη του Νίσμαν με μια σφαίρα στο κεφάλι και το περίστροφο δίπλα του στο λουτρό του διαμερίσματός του στις 18 Ιανουαρίου. Αυτές οι υποψίες που βαρύνουν την πρόεδρο της Δημοκρατίας είναι ο πυρήνας του σκανδάλου που κλονίζει εδώ και τρεις μήνες την Αργεντινή.
Ο Νίσμαν διερευνούσε από το 2004 μια από τις πιο θανατηφόρες αντισημιτικές ενέργειες των τελευταίων δεκαετιών: την τρομοκρατική επίθεση εναντίον της εβραϊκής κοινότητας Άμια με 85 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του είχε παρουσιάσει στα ΜΜΕ, χωρίς ωστόσο να παραθέσει αποδεικτικά στοιχεία, μια νέα θεωρία που ενέπλεκε τη Φερνάντες ντε Κίρχνερ στη συγκάλυψη της υπόθεσης Άμια. Ο ειδικός ανακριτής υποστήριζε ότι η κυβέρνηση είχε έρθει σε μυστική συμφωνία με το Ιράν (τη χώρα που κατά τον Νίσμαν είχε σχεδιάσει και εκτελέσει την τρομοκρατική επίθεση) και είχε δεχτεί δωρεάν ιρανικό πετρέλαιο για να εγκαταλείψει τις έρευνες και να αφήσει ατιμώρητους τους δράστες. Γερουσιαστές της αντιπολίτευσης είχαν καλέσει τον Νίσμαν να παρουσιάσει, κεκλεισμένων των θυρών, τα πορίσματα της έρευνάς του στο Κογκρέσο. Αυτό είχε προγραμματιστεί για τις 19 Ιανουαρίου.
Αν και τόσο οι υποψίες ότι ο θάνατος του Νίσμαν δεν ήταν αυτοκτονία όσο και τα σενάρια για μυστική συνεννόηση της Αργεντινής με το Ιράν είναι κατά πάσα πιθανότητα αβάσιμα, η υπόθεση έφερε στην επιφάνεια την αποδυνάμωση της κυβέρνησης Φερνάντες. Η αποδοχή των κατηγοριών εναντίον της προέδρου από μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης είναι σύμπτωμα της καχυποψίας των πολιτών της Αργεντινής απέναντι στην πολιτική εξουσία. Η καχυποψία αυτή είναι απότοκη σκανδάλων και ατιμωρησίας των πολιτικών για δεκαετίες. Η κοινωνική πολιτική που εφάρμοσε η Φερνάντες βελτίωσε, αναμφισβήτητα, τις συνθήκες διαβίωσης των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, αλλά η ίδια ενεπλάκη σε οικονομικά σκάνδαλα και αύξησε την προσωπική της περιουσία από το 2007 που εκλέχθηκε πρώτη φορά πρόεδρος. Χαρακτηριστική της έλλειψης εμπιστοσύνης στους πολιτικούς είναι μια πρόσφατη δημοσκόπηση για τα αίτια θανάτου του Νίσμαν, στην οποία το 77% των ερωτηθέντων δήλωσαν σίγουροι ότι η υπόθεση δεν πρόκειται να διαλευκανθεί ποτέ.
Η υπόθεση Νίσμαν φανέρωσε επίσης την έλλειψη ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου στην Αργεντινή και την πόλωση που επικρατεί στην εγχώρια πολιτική σκηνή. Οι εφημερίδες Κλαρίν και Λα Νασιόν δεν δίστασαν να δημοσιεύσουν άρθρα με αστήρικτες κατηγορίες εναντίον της Φερνάντες. Βασικός τους στόχος ήταν η αποσταθεροποίηση της κυβέρνησης, στην οποία έχουν κηρύξει ανοιχτά πόλεμο από το 2011. Τότε, η πρόεδρος κατάργησε το μονοπώλιο του εμπορίου χάρτου, το οποίο είχε θεσμοθετήσει το 1976 η δικτατορία του Βιντέλα και είχε επιτρέψει στους δύο βασικούς ομίλους ΜΜΕ, Κλαρίν και Λα Νασιόν, να ελέγχουν σχεδόν αποκλειστικά τον Τύπο. Η νεοφιλελεύθερη Δεξιά, από την πλευρά της, οργάνωσε διακριτικά τις διαδηλώσεις εναντίον της Φερνάντες, κινητοποιώντας τα κοινωνικά στρώματα που ιστορικά τη στηρίζουν: ένα μεγάλο κομμάτι των μεσαίων τάξεων και κυρίως την οικονομική ελίτ και τους γαιοκτήμονες. Και αυτοί οι τελευταίοι έχουν παράπονα από την Φερνάντες ντε Κίρχνερ επειδή την περίοδο 2008-2009 αύξησε τους φόρους που οι μεγαλοπαραγωγοί σόγιας πληρώνουν για να εξάγουν τα προϊόντα τους.
Η υπόθεση Νίσμαν είναι για την αντιπολίτευση μάννα εξ ουρανού. Η Δεξιά δεν έχει καταφέρει τα τελευταία 12 χρόνια να βρει έναν πολιτικό ηγέτη ικανό να ανταγωνιστεί τον κιρχνερισμό. Καθώς η Φερνάντες ντε Κίρχνερ δεν έχει δικαίωμα να υποβάλει ξανά υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές του Οκτωβρίου του 2015, η υπόθεση Νίσμαν επιτρέπει στην αντιπολίτευση όχι μόνο να αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση, αλλά και να υπονομεύσει την ήδη μειωμένη προσωπική αξιοπιστία της Φερνάντες και κατ' επέκταση του στενού της κύκλου. Κυρίως του γιου της, Μάξιμο, ο οποίος είναι πιθανό να είναι υποψήφιος στις επόμενες προεδρικές εκλογές.
* Η Ευγενία Παλιεράκη διδάσκει Ιστορία της Λατινικής Αμερικής στο Πανεπιστήμιο Cergy - Pontoise