ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΓΕΩΡΓΑΤΟΥ*
Σε μια σειρά θεμάτων, όπως η αποκατάσταση του βασικού μισθού, η επανίδρυση της ΕΡΤ, οι ρυθμίσεις για τις φυλακές και τα της Παιδείας, η κυβέρνηση φαίνεται να υιοθετεί μια κατά στάδια προσέγγιση που δημιουργεί ερωτηματικά για τις προθέσεις της και προκαλεί εκνευρισμό. Η αντιπολίτευση εκμεταλλεύεται αυτό το γεγονός για να καταγγείλει τη «χαοτική» συμπεριφορά του ΣΥΡΙΖΑ, ισχυριζόμενη ότι η Αριστερά δεν είχε και δεν έχει πρόγραμμα. Είναι, όμως, πράγματι έτσι;
Για κάθε καλόπιστο παρατηρητή, είναι σαφές ότι δύο οριακές συνθήκες καθορίζουν τη μετεκλογική πραγματικότητα: πρώτον, η έλλειψη ρευστότητας που έχει προκύψει από την αφόρητη πίεση που ασκούν οι δανειστές κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και δεύτερον, η «υστέρηση φάσεως» που προκαλείται από το γεγονός ότι η προηγούμενη κυβέρνηση είχε μεθοδικά ναρκοθετήσει τον δρόμο της σημερινής. Πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο από «καμένη γη». Οι μνημονιακές κυβέρνησεις όχι μόνο διέλυσαν θεσμούς και υποδομές, αλλά και δεν παρέλειψαν να εισαγάγουν έναν λαβύρινθο μέτρων που είναι φύσει αδύνατον να αναιρεθούν «με ένα άρθρο».
Πώς να αντιμετωπίσει, λοιπόν, κανείς τον λαβύρινθο των μνημονιακών νόμων και τη σκόπιμη απορρύθμιση που είχε ήδη δημιουργηθεί ακόμα πιο πριν από τις κυβερνήσεις Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ που διαδέχονταν η μία την άλλη; Πώς να εξαρθρώσει η νέα κυβέρνηση καλά στημένους μηχανισμούς, πρόσωπα και θεσμούς, που υπονομεύουν συστηματικά το έργο της; Η τακτική της «παγίδευσης» ήταν ήδη προφανής από τη δίμηνη παράταση που επεδίωξε να πάρει η προηγούμενη κυβέρνηση από τους δανειστές πριν την κατάρρευσή της, αφήνοντας ελάχιστο χρόνο στον ΣΥΡΙΖΑ και τους συμμάχους του να διαπραγματευθούν. Τώρα ανακαλύπτουμε ότι το σχέδιο αυτό ήταν πολύ πιο εκτεταμένο και αφορούσε σχεδόν το σύνολο της ατζέντας που είχε ανοίξει η τότε αξιωματική αντιπολίτευση.
Όσο κι αν αυτό ματαιώνει τις προεκλογικές μας προσδοκίες, νομίζω ότι η μόνη ορθολογική και κοινωνικά υπεύθυνη στάση απέναντι στους πολιτικά ανέντιμους χειρισμούς των Σαμαρά - Βενιζέλου είναι η «τακτική των σταδίων» που ευφυώς ακολουθεί η σημερινή κυβέρνηση: πρώτα η «εκπυρήνιση» και η εν τοις πράγμασι «αδρανοποίηση» των μνημονιακών νόμων και μετά η εμπέδωση μιας πραγματικά νέας πολιτικής, στο συνεχές «μεταρρύθμιση - ανατροπή». Με μία, βέβαια, βασική προϋπόθεση: ότι τα θεσμικά μέτρα που λαμβάνονται τώρα, όσο αποσπασματικά κι αν είναι, προετοιμάζουν το έδαφος για ριζοσπαστικές αλλαγές και δεν αποτελούν απλώς «εμβαλωματικές» λύσεις.
Η διαφορά, όπως πάντα, βρίσκεται στις λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, καλώς πράττει το υπουργείο Παιδείας και σκέφτεται να καταργήσει άμεσα τα Συμβούλια Ιδρύματος που εισήγαγε ο Ν. 4009/2011 στα πανεπιστήμια. Έχει όμως σημασία να «γεμίσει» το κενό που θα προκύψει, υιοθετώντας μέτρα και σταθμά που δεν θα επιτρέπουν την παλινδρόμηση σε μια χρεοκοπημένη κατάσταση, η οποία είχε προκύψει από την παραφθορά του προηγούμενου νόμου - πλαισίου. Άριστα ενεργεί το ίδιο υπουργείο όταν αποφασίζει να «πειράξει» βασικές διατάξεις του Ν. 4310/2014 που ρυθμίζουν εργασιακά θέματα και θέματα διαφάνειας στον τομέα της έρευνας, της τεχνολογίας και της ανάπτυξης της καινοτομίας. Αλλά θα πρέπει επίσης να ληφθούν μέτρα που θα αποσαφηνίζουν περαιτέρω τη σχέση έρευνας και ανάπτυξης και τη σχέση ανάμεσα στο «δημόσιο» και το «ιδιωτικό» στην πορεία της παραγωγικής ανασυγκρότησης του τόπου.
Για να το πω με δυο λέξεις: η ουσία στις νομοθετικές πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει τώρα η κυβέρνηση δεν βρίσκεται μόνο σε μέτρα «εξορθολογισμού», που αναμφίβολα θα πρέπει να ληφθούν σε πρώτη φάση, αλλά και σε de novo επεξεργασίες που προϋποθέτουν ενόραση και προγραμματική λογική: χρειάζεται να τεθούν τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου φορέα ερευνητικής χρηματοδότησης. Χρειάζεται ακόμη ένα ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο που περιγράφει -και ενισχύει- τις συνέργειες ΑΕΙ και ερευνητικών κέντρων. Και, τέλος, χρειάζονται ξεκάθαροι κανόνες για τις συμπράξεις ιδιωτικών επιχειρήσεων και ερευνητικών οργανισμών με βάση το δημόσιο συμφέρον.
Δόξα τω Θεώ, ο θεωρητικός πλούτος και ο πολιτικός πολιτισμός αυτής της Αριστεράς μάς επιτρέπει να ελπίζουμε.
* Ο Σπύρος Γεωργάτος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων