Του Τάσου Τρίκκα
Η Αριστερά και η νεολαία συνδέονται πάντοτε με μια προνομιακή σχέση. Όταν, στις αρχές του 20ού αιώνα, οι ιδέες του σοσιαλισμού γονιμοποίησαν το εργατικό, διεκδικητικό κίνημα που εξαπλωνόταν στην Κεντρική Ευρώπη, το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, που ο Λένιν είχε αποκαλέσει "σχολείο του σοσιαλισμού" -επειδή με τις εμπειρίες και την οργάνωσή του προπορευόταν από τα άλλα αντίστοιχα κόμματα-, περιβαλλόταν ήδη από έναν αστερισμό πολυάριθμων σοσιαλιστικών οργανώσεων νεολαίας. Οργανώσεων που οι πιο πολλές δεν είχαν ιδρυθεί από το Κόμμα, αλλά προέρχονταν από πρωτοβουλίες νέων, που είχαν ασπασθεί τις ιδέες του σοσιαλισμού. Η σχέση τους με το Κόμμα ήταν χαλαρή και συχνά ανύπαρκτη. Έτσι, για τις οργανώσεις αυτές η ανεξαρτησία, η αυτοτέλεια αποτελούσαν προνόμιο "εκ γενετής". Η διάκρισή τους από τις άλλες σοσιαλιστικές οργανώσεις νεολαίας, που είχαν οργανικό δεσμό με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα δημιούργησε τη βάση για τη συνεχιζόμενη ως τις μέρες μας συζήτηση του ζητήματος της "αυτονομίας της νεολαίας".
Στην αρχή τα πράγματα ήταν απλά. Όταν όμως το Κόμμα και οι οργανώσεις του συνειδητοποίησαν τη στρατηγική σημασία της νεολαίας στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες, οι αυθόρμητες σχέσεις Κόμματος και νεολαίας -ή και η απουσία σχέσεων- έδωσαν τη θέση τους στις μεθοδευμένες σχέσεις, που ήταν αποτέλεσμα μελετημένου σχεδιασμού από την πλευρά του Κόμματος, το οποίο επεξεργάσθηκε σιγά-σιγά με εμπειρικό, πρακτικό τρόπο, την πολιτική του για τη νεολαία.
Στόχος της πολιτικής αυτής -που περιβαλλόταν από τον μανδύα της διάδοσης της σοσιαλιστικής ιδεολογίας, επιδίωξης θεμιτής και αυτονόητης- ήταν στο πεδίο της πράξης και της οργάνωσης να επιτευχθεί ο προσεταιρισμός από το Κόμμα όσο το δυνατόν ευρύτερου αριθμού νέων. Για τον σκοπό αυτό απαιτούνταν ο κατάλληλος συνδυασμός μέσων και τρόπων, που θα ανταποκρίνονταν και συνάμα θα αξιοποιούσαν τις ιδιαίτερες αρετές της νεολαίας, ενώ θα έθεταν, ταυτόχρονα, φραγμούς σε ορισμένες επιζήμιες ροπές της.
Στις αρετές συγκαταλέγεται η "εν δυνάμει" επαναστατικότητα της νεολαίας, η σχεδόν έμφυτη αντίθεσή της στην κοινωνική αδικία και την καταπίεση, η τόλμη και η μαχητικότητά της. Συμμετρικές "αδυναμίες" της αποτελούν η απειρία της, η συχνά ασύνετη συμπεριφορά της, η ευμετάβλητη διάθεσή της, με την εύκολη μετάπτωσή της από τον ενθουσιασμό στην απογοήτευση, και η σχετική αστάθεια της.
Από τρία βασικά στοιχεία συγκροτείται ο συνδυασμός τρόπων και μέσων για τον προσεταιρισμό της νεολαίας: α) την ίδρυση (ή η διατήρηση, αν υπάρχουν ήδη) προσίδιων στην ιδιαιτερότητα της νεολαίας (ιδιαιτερότητα που καθορίζουν η μη ένταξη, ακόμη, στην παραγωγική διαδικασία, η φοίτηση σε σχολικά ιδρύματα, τα κοινά πολιτισμικά και ψυχαγωγικά ενδιαφέροντα) σχημάτων ένταξης των νέων, διαφορετικών από τις κομματικές οργανώσεις, β) τον πολιτικό και ιδεολογικό έλεγχο του Κόμματος στους σχηματισμούς της Νεολαίας, που θα διασφαλίζει την ενιαία πρόσληψη της γραμμής από αυτούς, την πολιτική-ηθική διαπαιδαγώγηση και ομογενοποίηση των μελών τους, γ) την ύπαρξη δικλίδων "αποσυμπίεσης" της νεολαίας, που θα της επιτρέπουν να εκδηλώνει -μέσα σε όρια πάντοτε- τον αυθορμητισμό της, την ελεύθερη δημιουργικότητά της, την κοινωνικότητά της. Η "οργανωτική αυτοτέλεια" είναι το αναγκαίο πλαίσιο για την "αποσυμπίεση" αυτή.
Με νέους όρους θα τεθεί σε διεθνές επίπεδο το ζήτημα των σχέσεων Κόμματος-Νεολαίας, όταν θα ιδρυθεί, τον Μάρτιο του 1919, η Τρίτη Διεθνής. Τον Νοέμβριο του 1919 πραγματοποιείται στο Βερολίνο το Ιδρυτικό Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς Νέων. Η Κ.Δ. Νέων διχάζεται. Η πλειοψηφία της Εκτελεστικής Επιτροπής της τάσσεται υπέρ της διατήρησης της αυτονομίας της οργάνωσης. Προκηρύσσει για τον Απρίλιο του 1921 Συνέδριο -το 2ο- και ορίζει τόπο διεξαγωγής του την Ιένα (Γερμανία). Η μειοψηφία, που υποστηρίζει την άποψη της υπαγωγής των Κ.Ν. στην Κ.Δ. και στα Κ.Κ. κάθε χώρας διαφωνεί και η αντιπροσωπεία της Ρωσικής Κ.Ν. απειλεί με αποχή. Τέσσερις μέρες μετά τη σύγκλησή του, οι εργασίες του Συνεδρίου μεταφέρονται -"για λόγους ασφαλείας", στο Βερολίνο. Με "οδηγία" που απηύθυνε η ΕΕΚΔ, οι εργασίες του 2ου Συνεδρίου της ΚΔΝ διακόπτονται για να επαναληφθούν τον Ιούνιο στη Μόσχα, ώστε να συμπέσουν με το 3ο Συνέδριο της Κ.Δ., το οποίο θα "κλείσει" τελικά το θέμα της αυτονομίας της νεολαίας.
Στην τελευταία φάση του 2ου Συνεδρίου της Κ.Δ. Νέων σημειώθηκαν έντονες ιδεολογικές διαμάχες, που αποτέλεσαν προέκταση των αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό της Κ.Δ. Η αριστερή της πτέρυγα, (Μπέλα Κουν, Μάλσοβ Φίσερ), που εξακολουθούσε να υποστηρίζει τη "θεωρία της εφόδου" (που είχε γίνει πρόξενος δεινών στο επαναστατικό κίνημα στη Γερμανία), συγκρουόταν με τους οπαδούς της τακτικής του ενιαίου μετώπου, θέματος που επρόκειτο να δεσπόσει στο 3ο Συνέδριο της Κ.Δ. Η πλειοψηφία του 2ου Συνεδρίου της Κ.Δ. των Νέων είχε ταχθεί υπέρ της "θεωρίας της εφόδου". Έτσι η συζήτηση για το θέμα της αυτονομίας της Νεολαίας συνταυτίσθηκε σε μεγάλο βαθμό με τη συζήτηση για τις "δυο γραμμές" -"έφοδος" ή "ενιαίο μέτωπο"- που προσέλαβε μεγάλη οξύτητα στο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς Νέων, εν όψει και του επικείμενου Συνεδρίου της Κ.Δ. Χρειάσθηκε η παρέμβαση του Λένιν και του Τρότσκι, που προσήλθαν και έλαβαν το λόγο στο Συνέδριο της Κ.Δ. των Νέων, για να καθησυχάσουν τα πνεύματα και να εγκριθεί τελικά, παρά τις ισχυρές αντιρρήσεις μεγάλου αριθμού των νεολαίων συνέδρων, το σχήμα των σχέσεων των Κ.Κ. με τις αντίστοιχες οργανώσεις Νεολαίας, το οποίο είχε εισηγηθεί η ηγεσία της Κ.Δ.: Το Κόμμα καθοδηγεί πολιτικά και ιδεολογικά τη Νεολαία, η οποία έχει "οργανωτική αυτοτέλεια". Πρόκειται για το "υπόδειγμα", που ισχύει -περίπου- ως τις μέρες μας.
Στην ίδια περίοδο, στο πλαίσιο του νεοσύστατου Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (ΣΕΚΕ, που σε λίγο θα μετονομασθεί σε ΚΚΕ), το πρόβλημα των σχέσεων Κόμματος και Νεολαίας θα εμφανισθεί με την ιδιαίτερη μορφή που επιβάλλουν οι συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας. Παρ' όλη τη χρονική υστέρηση της ίδρυσης του μαρξιστικού κομματικού φορέα, σοσιαλιστικές οργανώσεις νεολαίας έχουν συγκροτηθεί πριν από το Κόμμα, σε διάφορες πόλεις (Αθήνα, Πειραιά, Βόλο, Θεσσαλονίκη) στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Ο ρόλος τους θα είναι εξαιρετικά σημαντικός. Με την παρουσία τους σ΄ όλη σχεδόν την Ελλάδα, και την ακαταπόνητη διάδοση των σοσιαλιστικών ιδεών θα καλύψουν εν μέρει την καθυστέρηση της εμφάνισης του Κόμματος. Αλλά ακόμη πιο σημαντική θα είναι η συμβολή των οργανώσεων της νεολαίας στη διαμόρφωση ενός αριστερού πόλου στο πεδίο των οργανώσεων, ομάδων και προσώπων που συγκλίνουν στην προσπάθεια της ίδρυσης του ΣΕΚΕ. Χωρίς τη συμβολή αυτή θα ήταν δύσκολη η προσχώρηση του νεοσύστατου κόμματος στην Τρίτη Διεθνή - προσχώρηση για την οποία οι "νεολαίοι" έδωσαν σκληρές μάχες.
Αξίζει να μνημονευθεί εδώ η Σοσιαλιστική Νεολαία Αθήνας (Δημ. Λιγδόπουλος, Φραγκίσκος Τζουλάτης, Γ. Σαραντίτης κ.α.) που συγκροτήθηκε το 1916 αποτέλεσε μια από τις βασικές οργανώσεις, που ίδρυσαν το 1918 το ΣΕΚΕ. Ο Λιγδόπουλος ήταν ο πρώτος μάρτυρας της ελληνικής αριστερής νεολαίας. Δολοφονήθηκε το 1920 από πειρατές στην Κασπία, ενώ κατευθυνόταν προς τη Μόσχα, εκτελώντας αποστολή σύνδεσης με την Κ.Δ. Μέλη της Σοσιαλιστικής Νεολαίας, τμήμα της οποίας έφτασε ως την προσωρινή διάσπαση του ΣΕΚΕ δημιουργώντας ξεχωριστή οργάνωση ώς "αντίβαρο" σε διαφαινόμενη "δεξιά απόκλισή" του, στελέχωσαν αργότερα τους κομματικούς φιλειρηνικούς πυρήνες, στο πολεμικό μέτωπο της Μικράς Ασίας.
Η πρώτη "επίσημη" αναφορά του ΣΕΚΕ στη Νεολαία του, από την οποία προκύπτει ότι το θέμα της αυτονομίας απασχολούσε ήδη τις κομματικές οργανώσεις, καταγράφεται στα κείμενα του Εκλογικού Συνεδρίου του ΣΕΚΕ (Σεπτέμβριος 1920). Οργανική σύνδεση Κόμματος και Νεολαίας δεν υπήρχε μέχρι τότε. Αντιπρόσωποι όμως της Νεολαίας συμμετείχαν στα συνέδρια και τα άλλα κομματικά σώματα ως ισότιμοι σύνεδροι χωρίς καταστατική ρύθμιση που να καθορίζει τη θέση τους. Στο έκτακτο συνέδριο πήρε μέρος εκπρόσωπος της Ομοσπονδίας Σοσιαλιστικών Εργατικών Νεολαιών (ο Ζακ Βεντούρα), χωρίς όμως να λάβει τον λόγο, γιατί δεν γνώριζε, όπως δήλωσε, τις απόψεις των μελών τους για το ζήτημα των εκλογών. Η ΟΣΕΝΕ ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 1920 και είναι η πρώτη "επίσημη" οργάνωση Νεολαίας του ΣΕΚΕ. Στο Έκτακτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ ο εκπρόσωπός της κατέθεσε δήλωση στην οποία "διαπιστώνεται ότι η κατάσταση των νεολαίων δεν είναι λαμπρά και είναι ανάγκη να την εξετάσωμεν το ταχύτερον, καθότι οι νεολαίοι διέρχονται κατά μάλλον και ήττον οξείαν κρίσιν..."
Το 2ο Συνέδριο του ΣΕΚΕ (Απρίλιος 1920) είχε συμπεριλάβει στο Καταστατικό που ψήφισε δύο άρθρα που όριζαν ότι τα μέλη της Νεολαίας οργανώνονται σε "Ομίλους", που "τελούν υπό την καθοδήγηση της Κ.Ε. του Κόμματος". Τα άρθρα αυτά είχαν ουσιαστικά παραμείνει ανενεργά. Είχαν ήδη όμως οργανωθεί αρκετοί ολιγομελείς "Όμιλοι", που λειτουργούσαν, πριν ακόμη ψηφιστεί το Καταστατικό, σε συνθήκες χαλαρής σύνδεσης ή ακόμα και ανεξαρτησίας από το Κόμμα και τις οργανώσεις του, με αποτέλεσμα να προκύψουν τριβές, τις οποίες υπαινίσσεται η δήλωση της ΟΣΕΝΕ που κατατέθηκε στο Έκτακτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ.
Παρά τον εξοστρακισμό του από το "υπόδειγμα" των σχέσεων Κόμματος - Νεολαίας το οποίο είχε εγκρίνει το 3ο Συνέδριο της Κ.Δ., το υπόρρητο πλέον αίτημα της αυτονομίας της νεολαίας εξακολουθεί να είναι παρόν. Το σύνδρομο της διαλεκτικής έντασης στις σχέσεις ανάμεσα στο Κόμμα και τις οργανώσεις της Νεολαίας εμφανίζεται κατά περιόδους. Η μονιμότητα της εκδήλωσής του οδηγεί στην αναζήτηση της βαθύτερης αιτίας του, που η οργανωτική επικάλυψή του δεν μπορεί να αποκρύψει. Πρόκειται για το "δημοκρατικό έλλειμμα" του τριτοδιεθνιστικού "υποδείγματος" για τη Νεολαία. Η οποία στερείται, εγκλωβισμένη στην "οργανωτική αυτοτέλειά" της, του πρωταρχικού δικαιώματος, τυπικά τουλάχιστον, όλων των κομματικών οργανώσεων. Η οργάνωση της Νεολαίας -πολιτική οργάνωση ενός πολιτικού κόμματος- αποξενώνεται, στο πλαίσιο του τριτοδιεθνιστικού υποδείγματος, από την κορυφαία λειτουργία της συνδιαμόρφωσης, μαζί με τις άλλες κομματικές δυνάμεις, της πολιτικής γραμμής του. Το "πρόβλημα της αυτονομίας" αποτελεί ουσιαστικά το ψευδώνυμο αυτού του δημοκρατικού ελλείμματος, ψευδώνυμο που το συγκαλύπτει και το αλλοιώνει, παρεμποδίζοντας τη συνειδητοποίησή του.
Σ' ένα αφαιρετικό σχήμα ανάλυσης, όπου θα παραμεριζόταν ο βασικός, κύριος παράγοντας της πάλης των τάξεων για να εστιασθεί η προσοχή στη διαπάλη των γενεών, οι σχέσεις ανάμεσα στους γηραιότερους και τους νεότερους θα παρουσιάζονταν ως σχέσεις ισχύος. Η διαπάλη φθάνει ώς το σημείο της αμοιβαίας επιδίωξης ενός κοινωνικού αποκλεισμού. Αναφέρεται ότι στη Φλωρεντία των Μεδίκων οι πολίτες προχωρημένης ηλικίας πρόβαλαν και καλλιεργούσαν στους νεότερους ως προσίδιες σ' αυτούς αρετές την άθληση, τη σωματική αλκή, το αγωνιστικό ήθος, το πνεύμα της άμιλλας. Οι γηραιότεροι θα κρατούσαν ό,τι περίσσευε: Το προνόμιο της σοφίας, με την ισχύ και την εξουσία που αυτό συνεπαγόταν. Στη σοφία των γηραιότερων περιλαμβανόταν η ικανότητα χειραγώγησης των νεότερων.
"Η νεανική επαναστατικότητα βάδιζε χέρι - χέρι με τη χειραγώγησή της", σημειώνει ο καθηγητής Αντώνης Λιάκος, αναφερόμενος στις απαρχές του νεολαιίστικου σοσιαλιστικού κινήματος (Νεανικές Οργανώσεις, Λωτός, 1988). Και συμπληρώνει: "Για να γίνει πειστική και αποτελεσματική η χειραγώγηση, έπρεπε να στηρίζεται σε μορφές αυθορμητισμού και αυτονομίας, για να γίνει αποτελεσματική η χειραφέτηση, έπρεπε να χειραγωγηθούν οι ανεξέλεγκτες τάσεις, να ομογενοποιηθεί και να πειθαρχηθεί η διαμαρτυρία [...] Η σχετική κυριαρχία της μιας ή της άλλης κατεύθυνσης [στο πλαίσιο των νεανικών οργανώσεων] εξέφρασε αλλά και καθόρισε τον πολιτικό τους χαρακτήρα και την ένταξή τους στο πλαίσιο των κοινωνικών συγκρούσεων της εποχής" (ο.π. Σελ.10). Το Τριτοδιεθνιστικό "υπόδειγμα" βεβαιώνει του λόγου του ασφαλές.
Και ο μαρξισμός; Πού βρίσκεται ο μαρξισμός σ' όλα αυτά; Χωρίς να μηδενίζει το έργο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο Charles Bettelheim επιχείρησε να δώσει μια απάντηση: Ο οικονομισμός, υποστήριξε, θεωρία που αποδίδει τα πρωτεία στις παραγωγικές δυνάμεις σε βάρος των παραγωγικών σχέσεων και, συνακόλουθα, σε βάρος της πολιτικής και της ιστορικής πρωτοβουλίας, γαλουχήθηκε στη Δεύτερη Διεθνή, από την οποία πέρασε, παρά την αντίθεση ανάμεσά τους, και στην Τρίτη Διεθνή. Η "χυδαία" αυτή εκδοχή του μαρξισμού, την οποία καταπολέμησε με δριμύτητα ο Λένιν, επικράτησε βαθμιαία στην ΕΣΣΔ και την Κ.Δ., καθώς ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη στις προσπάθειες των αστικής προέλευσης στοιχείων που είχε εντάξει στους μηχανισμούς παραγωγής η σοβιετική εξουσία, να αποκτήσουν ιδεολογική νομιμοποίηση στο πλαίσιο της ΕΣΣΔ και να στερεώσουν την επιβίωσή τους στην περίοδο της "μετάβασης στον σοσιαλισμό".