Του Γιάννη Κουτσοκώστα
Όπως στη ζωή έτσι και στην πολιτική και στην οικονομία, τα πάντα είναι θέμα ορίων. Για την ακρίβεια, θέμα διαχείρισης των ορίων. Όταν κάποιος τα ξεπερνά, συνήθως χάνει και χάνεται. Όταν τα σέβεται, συνήθως κερδίζει. Και δεν αναφέρομαι φυσικά στα όρια που προσπαθούν να αγγίξουν και να ξεπεράσουν οι άνθρωποι για να πετύχουν το ακατόρθωτο. Μιλώ για τα όρια, για το πλαίσιο αρχών και συμπεριφορών, όπου αποτυπώνεται κάθε φορά η συλλογική συνείδηση μιας ομάδας, ενός συνόλου, μιας κοινωνίας. Και τα οποία δεν είναι ούτε στατικά ούτε στάσιμα. Αλλάζουν, πρέπει να αλλάζουν διαρκώς και η αλλαγή αυτή δεν μπορεί παρά να είναι μια εκ νέου αποτύπωση, σε ένα άλλο επίπεδο, της νέας συλλογικής συνείδησης, που διαμορφώνεται.
Έτσι είναι. Η διαχείριση των ορίων είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Είναι συνταγή επιτυχίας και για την οικονομία, και για την πολιτική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η φορολογία. Όταν είναι σωστή, δίκαιη και αποτελεσματική, δημιουργεί συνθήκες ανάπτυξης. Όταν -αντίθετα- είναι εκτός ορίων υψηλή, άδικη και αναποτελεσματική, προκαλεί ύφεση.
Αυτό το αέναο παιχνίδι διαχείρισης των ορίων είναι πιο καθαρό στην πολιτική και στους πολιτικούς. Η σχέση πολιτικού και media είναι όπως η σχέση του παραθεριστή με τον ήλιο. Αν εκτεθεί πολύ, συνήθως καίγεται, γίνεται "μαϊντανός". Αν το κάνει με μέτρο και επί της ουσίας, τότε... καίει, γίνεται «σταρ» και μπορεί να παίξει τον πραγματικό του ρόλο. Παράδειγμα ο Γιάνης Βαρουφάκης. Όσο απλώνει το... μαντίλι του στα media της υφηλίου συνετά, μετρημένα και εύστοχα, γίνεται ο καλύτερος προπαγανδιστής των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό, ο άνθρωπος που διεθνοποιεί όσο κανείς άλλος το ελληνικό πρόβλημα και τις θέσεις της νέας κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Και το κάνει με εξαιρετική επιτυχία σε ένα όχι απλά αφιλόξενο αλλά και εχθρικό περιβάλλον. Όταν όμως ο Γιάνης, εκτός από το μαντίλι αρχίζει να κουνάει και το... δάχτυλο, τότε αρχίζουν τα ζόρικα και το τροπάριο αλλάζει. Προκαλούνται αντιδράσεις, ξυπνούν εμπάθειες και ανακαλύπτονται αφορμές από το ευρωπαϊκό πολιτικό κατεστημένο και τον μιντιακό του βραχίονα. Έτσι, εκείνοι που τον αποθέωναν στην αρχή, τώρα επιχειρούν, σκόπιμα και μεθοδικά, να τον απαξιώσουν.
Άλλο παράδειγμα η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ εισέβαλε ορμητικά στην κεντρική πολιτική σκηνή, με "όπλα" τη φρεσκάδα της ηλικίας της και τον αέρα ενός νέου πολιτικού, που λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν άφησε σε χλωρό κλαρί την προηγούμενη κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου και στις επιτροπές, και στην Ολομέλεια. Πολλοί επιχείρησαν να την... κανιβαλίσουν και από πολλούς... άνδρες συναδέλφους της υπέστη πολιτικό bullying όσο καμία άλλη γυναίκα πολιτικός. Ωστόσο, όχι μόνο εξασφάλισε την πολιτική της επιβίωση, αλλά αναδείχθηκε πρόεδρος της Βουλής με συντριπτική πλειοψηφία. Ενώ -για την ιστορία- οι πιο σκληροί πολέμιοί της (π.χ. Μαρκογιαννάκης, Νεράντζης) δεν βρήκαν ούτε την ψήφο τους στις εκλογές. Ώς εδώ, όλα καλά. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου διαθέτει όλα τα προσόντα, τον δυναμισμό και τις πολιτικές και νομικές γνώσεις για να γράψει ιστορία και να δώσει... ζωή στο Κοινοβούλιο. Αρκεί να αφήσει στην άκρη τις άγονες αντιπαραθέσεις και προστριβές και να μάθει πως να αποφεύγει τις... παγίδες, που στήνονται διαρκώς μπροστά της. Κυρίως να αναλάβει τον πραγματικό θεσμικό της ρόλο από την... έδρα του προέδρου της Βουλής και όχι από τα... έδρανα των βουλευτών.
Θέλετε κι άλλο παράδειγμα; Οι λαλίστατοι υπουργοί, που έχουν κάνει δεύτερο σπίτι τους τα κάθε είδους πρωϊνάδικα και... βραδυνάδικα. Όταν το κάνουν για να ενημερώσουν το κοινό για την πολιτική κατάσταση και τη δραστηριότητα του υπουργείου τους, έχει καλώς. Όταν όμως ξημεροβραδιάζονται μπροστά και πίσω από κάμερες και μικρόφωνα και το κάνουν άνευ σοβαρού λόγου και αιτίας, τότε αυτό δεν είναι ενημέρωση του κοινού και προβολή του κυβερνητικού έργου. Είναι σπατάλη πολύτιμου χρόνου τους, που όμως δεν είναι δικός τους και δεν τους έχει διατεθεί εν λευκώ. Είναι θέμα ορίων.