Του Σήφη Φανουράκη*
Ένα τμήμα της Αριστεράς αδυνατεί να ενστερνιστεί την «ευρωπαϊκή οικοδόμηση» και να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της ένταξης της χώρα μας τόσο στην τότε ΕΟΚ όσο και στην Ευρωζώνη.
Η Ευρώπη, ως πολυκρατική δομή, αποτελεί μια πολιτική οντότητα των συμβιβασμών, των συμμαχιών και των μεταρρυθμίσεων.
Ένα τέτοιο περιβάλλον, βέβαια, προϋποθέτει την ωρίμανση των μεταρρυθμιστικών πολιτικών δυνάμεων, αλλά και ενός τμήματος της Αριστεράς.
Από την άλλη, τόσο η παραδοσιακή όσο και η ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορούν να παραμείνουν ίδιες, σε ένα τέτοιο πολιτικό και θεσμικό σύστημα που έχει αλλάξει ριζικά.
Είναι γνωστό ότι η Αριστερά στόχευε πάντα στην ανατροπή του καπιταλισμού, στο πλαίσιο του έθνους-κράτους, είτε με τη χρήση των όπλων (εξέγερση) είτε με τη χρήση του κοινοβουλίου (δημοκρατικός δρόμος).
Ωστόσο και οι δύο λογικές προϋποθέτουν: Την οικοδόμηση κόμματος. Την οικοδόμηση συνδικάτων. Την «ενεργό» στήριξη των κοινωνικών κινημάτων.
Είναι δε σαφές ότι η σημερινή δομή της Ε.Ε. είναι ποιοτικά διαφορετική από εκείνη του κράτους - έθνους.
Ουσιαστικά, δεν υπάρχουν πια τα «χειμερινά ανάκτορα» και ταυτόχρονα υπάρχει δυσκολία στον συντονισμό των εθνικών κομμάτων της Αριστεράς, αλλά και των κοινωνικών κινημάτων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κοινό πολιτικό «υποκείμενο».
Από την άλλη, οι «εθνικές αστικές τάξεις» έχουν ένα ισχυρό δεσμό συνοχής: τη διαχείριση της εξουσίας αλλά και την διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο μιας ενοποιημένης χρηματοοικονομικής αγοράς, με γραφειοκρατικούς θεσμούς και δυσκίνητα όργανα.
Έτσι, η στρατηγική της κατάκτησης των «χειμερινών ανακτόρων» ή η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου, προσκρούουν στον δυσκίνητο χαρακτήρα των ευρωπαϊκών δημόσιων εξουσιών και ακυρώνεται τόσο η βίαιη όσο και η δημοκρατική κατάληψη της εξουσίας. Το δε πολιτικό επαναστατικό σχέδιο στερείται πλέον της παλιάς συνοχής του.
Η Αριστερά χωρίς στρατηγική είναι ακίνδυνη
Η σημερινή δομή της Ε.Ε. περιορίζει τη ριζοσπαστική δράση της Αριστεράς διότι απαιτεί διαρκή διαπραγμάτευση τεχνοκρατικών ελιγμών και λύσεων. Και σε ένα τέτοιο τοπίο εντοπίζεται μια ασυμβατότητα της επαναστατικής λογικής της με τη λειτουργία της Ε.Ε.
Ο στόχος για την αντι-καπιταλιστική ανατροπή, κινδυνεύει να ακυρωθεί όταν εμπλέκεται σε ένα σύστημα γραφειοκρατικής διακυβέρνησης που βασίζεται στην εξισορρόπηση 27 εθνικών κυβερνήσεων.
Αν η Αριστερά προτιμά να δράσει σε αυτό το ευρωπαϊκό πεδίο, τότε πρέπει να επανακαθορίσει τη στρατηγική της και να προσαρμόσει την τακτική της. Και αν ένα τμήμα της ευρωπαϊκής Αριστεράς, ιδιαίτερα η ριζοσπαστική, επιλέξει την ευρωπαϊκή στρατηγική (τον δημοκρατικό δρόμο), ουσιαστικά επιλέγει μια στρατηγική των «μεταρρυθμίσεων».
Είναι γνωστό εξάλλου ότι το ευρωπαϊκό πεδίο χαρακτηρίζεται από μεταρρυθμίσεις και ακριβώς εδώ βρίσκει εφαρμογή η γκραμσιανή λογική, του «πολέμου θέσεων», και όχι η λενινιστική, του «πολέμου κινήσεων».
Τα ριζοσπαστικά κόμματα θα πρέπει να αναμετρηθούν με αυτό το «οικοδόμημα» μόνο μέσα από συμμαχίες με άλλες, συγγενείς πολιτικά δυνάμεις και μέσα στο πεδίο των «μεταρρυθμίσεων».
Πάντως η Αριστερά, είτε επιλέξει την ευρωπαϊκή στρατηγική είτε επιλέξει την αντιευρωπαϊκή στρατηγική -που σημαίνει έξοδο από την Ε.Ε. και επιστροφή στην εθνική κυριαρχία-, θα πρέπει να είναι έτοιμη να υποστεί, τις συνέπειες της επιλογής της. Και βέβαια δεν μπορεί από τη μια να επιλέγει την έξοδο από την ευρωπαϊκή δομή, υιοθετώντας την επιστροφή στο έθνος -κράτος, ενώ από την άλλη να επιζητεί την κοινή δράση με το ευρωπαϊκό προλεταριάτο που έχει επιλέξει, στην πλειονότητά του, την ευρωπαϊκή οικουμενικότητα στη δράση του, για μια ενωμένη Ευρώπη.
Η ευρωπαϊκή αφήγηση δυσκολεύει τη ριζοσπαστική Αριστερά
Η αφήγηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δυσκολεύει γενικά την ευρωπαϊκή Αριστερά και διευρύνει τις αντιθέσεις, ιδιαίτερα στην ριζοσπαστική Αριστερά, η οποία ταλαντεύεται ανάμεσα σε δυο λογικές: α) την υιοθέτηση της ευρωπαϊκής στρατηγικής του «μεταρρυθμισμού» β) την υιοθέτηση της αντιευρωπαϊκής αφήγησης (έξοδος από το ευρώ ή την Ε.Ε.) και της «εθνικής αναδίπλωσης».
Η υιοθέτηση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αμφισβητεί την αριστερή «ταυτότητα» και προωθώντας τη στρατηγική του «μεταρρυθμισμού» ταυτίζεται με την σοσιαλδημοκρατία και τον φιλελευθερισμό. Θεωρεί ότι, το εργατικό κίνημα και τα κινήματα πολιτών πιστεύουν σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που θα προσφέρει περισσότερο χώρο για τους λαϊκούς αγώνες, για την ανατροπή της υπάρχουσας πολιτικής της λιτότητας και τη χειραφέτηση του ευρωπαϊκού Νότου. Προωθεί την ανατροπή της αποικιακής λογικής, η οποία αποσκοπεί στη συγκέντρωση του πλούτου του Νότου στα χέρια του Βορρά.
Η υιοθέτηση της αντιευρωπαϊκής αφήγησης αδυνατεί να πείσει για τη λογική της «εξόδου» και προωθώντας τη στρατηγική της ρήξης ταυτίζεται είτε με τον αριστερισμό, είτε με την εθνική «αναδίπλωση». Θεωρεί ότι το ευρώ αποτελεί την αντανάκλαση των προσδοκιών της αστικής τάξης και το «εργαλείο» άμυνας απέναντι στην ταξική πάλη. Και δεν είναι το καλύτερο γήπεδο για να παίξει κανείς το «παιχνίδι» της ταξικής πάλης και πολιτικής. Το πεδίο είναι σίγουρα μεγαλύτερο από το εθνικό «έδαφος». Θεωρεί ότι το ενιαίο νόμισμα αυξάνει το χάσμα μεταξύ των χωρών με αποτέλεσμα να αυξάνει το χάσμα μεταξύ των τάξεων.
Η συνολική επίδραση του ευρώ έγκειται στο γεγονός ότι ικανοποιεί τις ανάγκες των ισχυρότερων οικονομιών. Η δε ακαμψία του αυξάνει την οικονομική εξάρτηση του οφειλέτη με στόχο τον πλούτο του.
Συμπερασματικά, η λογική του ευρώ είναι η πιο οδυνηρή διάψευση για εκείνους που πιστεύουν ότι η Ε.Ε. είναι πιο ευνοϊκό περιβάλλον για την ταξική πάλη.
Η ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά ως παράγοντας ανατροπής
Ιστορικά, η Αριστερά «προκαθόρισε» το πεπρωμένο της όταν έγινε φορέας «ιδανικών» εξορθολογισμού με τα οποία οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι νέοι, δεν είχαν καμία σχέση ή σχετίζονταν μόνο σε μια σοσιαλδημοκρατική μεταρρυθμιστική προοπτική.
Η ριζοσπαστική Αριστερά, προσανατολισμένη στην υπεράσπιση των εργαζομένων, θα πρέπει να αποδεχθεί ότι: ο «οικονομισμός» σαν ιδεολογία ενός κοινωνικού προγράμματος ανατρέπεται από την πεμπτουσία του προγράμματος όταν από τη σφαίρα της ουτοπίας μεταμορφώνεται σε ενεργό ιδεολογικό μηχανισμό.
Ταυτόχρονα, πρέπει να παράγει σταδιακά πολιτικές ικανές να κινητοποιούν τις μάζες με κύριο στόχο να υποχρεωθούν οι ηγεμονικές χώρες να αλλάξουν την πολιτική τους.
Χωρίς ακραία συνθήματα, θα πρέπει να αναδειχτεί «η εμπειρία των μαζών». Και γι' αυτό τον στόχο θα μπορούσαν να συσσωρευτούν σταδιακά δυνάμεις, για τη στράτευση στην πολιτική της Αριστεράς, κυρίως στα κράτη της νότιας Ευρώπης.
Να μην ξεχνάμε βέβαια ότι το πείραμα της Ελλάδας ή η «διάσωση» της Κύπρου αποτελούν την ύστατη μαρτυρία των αστικών «σχεδίων ανάκαμψης», αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύουν τη διφορούμενη εργατική σκέψη που ταλαντεύεται ανάμεσα σε θεωρίες για «θετικούς στόχους», για την Ευρώπη των Λαών. Και οι οποίοι «θετικοί στόχοι» τελικά μεταμορφώνονται σε ενεργό ιδεολογικό μηχανισμό διαιώνισης του υπάρχοντος οικονομικού και πολιτικού συστήματος.
Σε κάθε περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να «επανιδρυθεί» από τις στάχτες του ενιαίου νομίσματος, με μηχανισμούς που θα διασφαλίζουν μια σταδιακή οικονομική σύγκλιση, και πάνω απ' όλα ένα κοινό κοινωνικό «όραμα».
* Ο Σήφης Φανουράκης είναι αρχιτέκτονας