Το πολιτικό πλαίσιο της επικείμενης συνάντησης των δύο πρωθυπουργών Ελλάδας και Γερμανίας είχε παρουσιάσει χθες το πρωί ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γαβριήλ Σακελλαρίδης, όταν ανέφερε (στην τηλεόραση του ANT1): «Και η κ. Μέρκελ αλλά και ο κ. Τσίπρας επιθυμούν να έχουν μια απευθείας επικοινωνία χωρίς ενδιάμεσους διαύλους, ώστε να μπορέσει να βρεθεί μια λύση σε όλα αυτή την κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί τον τελευταίο καιρό.
Από τη δική μας πλευρά, ως ελληνική κυβέρνηση, τα ζητήματα που θα βάλουμε και στη Σύνοδο Κορυφής, αλλά και στη συνάντηση στο Βερολίνο με την κ. Μέρκελ, έχουν να κάνουν αφενός με την επιμονή μας στην υλοποίηση της απόφασης της 20ής Φλεβάρη στο Eurogroup (μιας απόφασης) που προέβλεπε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις, οι οποίες στην ουσία θα δημιουργούσαν ένα μεταβατικό στάδιο από την εποχή του Μνημονίου σε μια νέα μεταμνημονιακή εποχή, αφετέρου με το να τεθούν και τα ζητήματα της ρευστότητας, τα ζητήματα της ΕΚΤ».
Η Αθήνα εμμένει ότι «θα είναι μια συνάντηση ουσίας και όχι μια συνάντηση επικοινωνιακή, ώστε να 'βγουν κάποιες φωτογραφίες' στο Βερολίνο. Από την πλευρά μας, ως ελληνική κυβέρνηση, θα θέσουμε όλα αυτά τα σοβαρά ζητήματα τα οποία υπάρχουν και αντιμετωπίζει ο ελληνικός λαός, όχι μόνο τους τελευταίους μήνες αλλά και τα τελευταία χρόνια.
Θα εκθέσουμε την κατάσταση όπως έχει στην πραγματικότητά της -και στο οικονομικό επίπεδο και στο κοινωνικό επίπεδο- στην Ελλάδα και θα επιμείνουμε στην απόφαση της 20ής Φλεβάρη του Eurogroup και στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων που θέλει να υλοποιήσει η ελληνική κυβέρνηση, ώστε να προχωρήσουμε μπροστά και να πάρει μια ανάσα και ο ελληνικός λαός αλλά και η ελληνική οικονομία».
Κυβερνητικές πηγές διέψευδαν, τέλος, ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός απέστειλε επιστολές στην Άν. Μέρκελ και τον Φρ. Ολάντ.