ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΚΑΚΗ ΜΠΑΛΗ
Και μόνο η ιδέα της διεκδίκησης από την ελληνική πλευρά των πολεμικών επανορθώσεων -κυρίως σε προσωπικό επίπεδο- και του κατοχικού δανείου προκαλεί αναταράξεις στη Γερμανία.
Εβδομήντα χρόνια μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η κυβέρνηση της Γερμανίας απαντά αρνητικά με νομικά επιχειρήματα στο πρώτο σκέλος των διεκδικήσεων, αλλά αποφεύγει να μπει στην ουσία του κατοχικού δανείου. Το μόνιμο επιχείρημα του Βερολίνου, εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια που η Αθήνα εγείρει κατά καιρούς θέμα επανορθώσεων, χωρίς ωστόσο ποτέ μέχρι τώρα να έχει κάνει κάποιο πιο επίσημο βήμα, είναι ότι όλα έκλεισαν με τη συμφωνία «2 συν 4» του 1990, την οποία υπέγραψε και η Ελλάδα.
Με τη συμφωνία της γερμανικής ενοποίησης, στην οποία κατέληξαν οι δύο Γερμανίες και οι τέσσερις κατοχικές δυνάμεις -Γαλλία, Βρετανία, ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση-, έχασαν τη νομιμοποίησή τους όλες οι διεκδικήσεις έναντι της ενωμένης Γερμανίας, όπως επαναλαμβάνει μονότονα το Βερολίνο. «Παραθυράκια» για μεμονωμένες διεκδικήσεις επιζώντων ή απογόνων των επιζώντων έχουν μείνει ανοιχτά, αλλά απαιτούν μια επίπονη και μακρά νομική διαδικασία. Αυτή τη διαδικασία δεν την ακολούθησε ποτέ η Ελλάδα μέχρι τέλους -π.χ. για τα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας του Διστόμου- και πρόλαβε το ανώτατο γερμανικό ποινικό δικαστήριο να αποφανθεί το 2003 ότι οι απόγονοι των θυμάτων της σφαγής του Διστόμου -η οποία θεωρείται έγκλημα πολέμου- δεν μπορούν να εγείρουν αξιώσεις έναντι της Γερμανίας. Τρία χρόνια αργότερα, επιβεβαίωσε αυτή τη στάση και το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο, αρνούμενο να συζητήσει την αγωγή που έκαναν τέσσερις Έλληνες πολίτες.
Για το θέμα του κατοχικού δανείου, πάλι, διίστανται οι απόψεις των νομικών για το τι ισχύει, όπως συχνά επισημαίνει ο γερμανικός Τύπος, και υπάρχουν περιθώρια επιτυχούς διεκδίκησης εφόσον ληφθεί η πολιτική απόφαση - με όλες τις αναταράξεις που θα προκαλέσει στις, ούτως ή άλλως τεταμένες διμερείς σχέσεις.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με πληροφορίες του "Spiegel", τις οποίες επαναλαμβάνει σήμερα στην ιστοσελίδα του, κατά τη διαπραγμάτευση για τη συμφωνία «2 συν 4», «ο τότε καγκελάριος Χέλμουτ Κολ και ο τότε υπουργός Εξωτερικών Χανς Ντίτριχ Γκένσερ είχαν κρατήσει μακριά από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων χώρες όπως η Ελλάδα και είχαν συνειδητά αποφύγει να επιλέξουν διατυπώσεις που θα επέτρεπαν τη διεκδίκηση πολεμικών επανορθώσεων».
Ωστόσο, όλα τα παραπάνω -που παρουσιάζονται από τις σελίδες του γερμανικού Τύπου- δεν διατυπώνονται από όσους Γερμανούς πολιτικούς και σχολιαστές ξιφουλκούσαν χτες εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης, στο στιλ «αντί να κοιτάν οι χρεοκοπημένοι Έλληνες τα χάλια τους, μας ζητάνε και τα ρέστα».
Ο πιο επιθετικός ήταν ο Χανς Μίχελμπαχ, εκπρόσωπος της κοινοβουλευτικής ομάδας των Χριστιανοκοινωνιστών της Βαυαρίας, που δήλωσε ότι «σε περίπτωση που εκδηλωθούν ελληνικές επιθέσεις εναντίον γερμανικής ιδιοκτησίας [σ.σ.: π.χ. του Ινστιτούτου Γκαίτε στην Αθήνα], η Γερμανία θα ξέρει να αμυνθεί».