Live τώρα    
Ο μονάκριβος φίλος μας Σταύρος Κωνσταντακόπουλος (1958-2015) / Δάσκαλος, διανοούμενος, αριστερός και αγαπημένος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ο μονάκριβος φίλος μας Σταύρος Κωνσταντακόπουλος (1958-2015) / Δάσκαλος, διανοούμενος, αριστερός και αγαπημένος

Ξεπερνώντας το σοκ και σκεδάζοντας τον πόνο, φίλοι καλοί, σύντροφοι και συνάδελφοι του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου βρήκαν τη δύναμη να γράψουν λίγα λόγια για τον σπουδαίο άνθρωπο που χάσαμε ξαφνικά την περασμένη Παρασκευή. Ο Κωνσταντακόπουλος, ανάμεσα σε όλα τα άλλα (καθηγητής την Πάντειο, μελετητής του φιλελευθερισμού και του Τοκβίλ, μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, αριστερός διανοούμενος, δάσκαλος), υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης των «Ενθεμάτων». Ας είναι τα λόγια τούτα ένα ματσάκι ρόδα, ένα χαμόγελο μέσα στη σκοτεινιά που πλάκωσε, μια αγκαλιά για τον ακριβό μας φίλο. Δεν τα χρειάζεται εκείνος πια, εμείς τα έχουμε ανάγκη -- για να συνεχίσουμε. Και συνεχίζουμε.

Άξιος του δημόσιου Πανεπιστημίου

του Αριστείδη Μπαλτά

Τούτη τη στιγμή, μπροστά στο θνητό σώμα του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου, παίρνω τον λόγο στο όνομα του μεγάλου, αλλά και φύσει ταπεινού, Υπουργείου που έχω την τιμή να εκπροσωπώ, για να πω δυο λόγια για εκείνον, αλλά και σε εκείνον, μολονότι δεν μπορεί πλέον να μας ακούσει. Παίρνω τον λόγο όμως και προσωπικά, στο όνομα της κοινής μας συμπόρευσης όλα αυτά τα χρόνια, σχεδόν όλα τα χρόνια της σύντομης, τελικά, ζωής του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου, της κοινής συμπόρευσης στον μεγάλο και ταπεινό θεσμό του δημόσιου Πανεπιστημίου.

Ο Σταύρος υπήρξε πληθωρικός ως προς όλες του τις διαστάσεις. Πληθωρικός ως δάσκαλος, καλλιεργώντας εκείνη την ιδιόμορφη σχέση με τους φοιτητές και τις φοιτήτριές του που λίγοι καταλαβαίνουν, τη σχέση όπου τα δύο μέρη λειτουργούν πλήρως ισότιμα, σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας, μαθαίνοντας το ένα από το άλλο, αλλά ταυτόχρονα τηρώντας αυθόρμητα, άκοπα, φυσιολογικά τη διαφορά των θέσεων, των ηλικιών, των λειτουργιών, του εύρους και του βάθους των γνώσεων.

Πληθωρικός ως συγγραφέας, τόσο των επιστημονικών κειμένων που οφείλουν να τηρούν απαρέγκλιτα ως ακαδημαϊκές νόρμες, όσο και των μικρότερων κειμένων του ημερησίου και του περιοδικού Τύπου, όπου η γνώση οφείλει να συμπυκνώνεται και ταυτόχρονα να διαχέεται στο κείμενο για να εστιάσει στο καίριο, να πετύχει την ευστοχία.

Πληθωρικός ως δημόσιος διανοούμενος, παρών κάθε στιγμή σε όλα τα μέτωπα ενός αγώνα μακράς πνοής που αποσκοπούσε πάντα στην υπεράσπιση, αλλά και στην ακαδημαϊκή και δημοκρατική αναβάθμιση του δημοσίου πανεπιστημίου στη χώρα μας.

Πληθωρικός, τέλος, ως φίλος πολύτιμος, εντυπωσιακά πολλών ανθρώπων όλων των φύλων, όλων των φυλών, όλων των ηλικιών, όλων των κοινωνικών και πολιτικών κατηγοριών. Ευθύς, εύστροφος, κάποτε οξύς, μερικές φορές ακόμη και εμπαθής, αλλά πάντοτε βαθιά φιλικός, με την απίστευτη καίρια φράση ανά περίσταση, κάποτε σαρκαστικός και πάντοτε αυτοσαρκαστικός, συνένωνε, απλωνόταν, καλλιεργούσε και εμπέδωνε δεσμούς άρρηκτους προς όλες τις κατευθύνσεις.

Ο Σταύρος απεχθανόταν τη μεγαλοστομία, τις κούφιες φράσεις, την κενή ρητορεία, τα τυπικά κλισέ. Γι' αυτό δεν μπορώ να τελειώσω παρά με μια απλή φράση που για τον Σταύρο έλεγε πολλά και για όλους μας οφείλει να λέει πολλά: Ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος υπήρξε άξιος του δημόσιου Πανεπιστημίου. Το ταξίδι του που ξεκινά σήμερα θα είναι ταξίδι αίσιο στη μνήμη μας.

Ήσουν από τη στόφα εκείνη που είναι φτιαγμένα τα όνειρα

του Νίκου Θεοτοκά

Σύντροφε και φίλε ακριβέ, αγορίνα μας, για να σε πω με τα δικά σου λόγια. Ποιος θα το 'λεγε, εσύ ο Σταύρος αυτοπροσώπως, να βρίσκεσαι στη μέση μιας σύναξης των φίλων, των συ­ντρόφων και των μαθητών σου, δίχως να μιλάς και να χειρο­νομείς, δίχως να μπορείς καν ν' αποκριθείς στην επίκληση του ονόματός σου, δίχως να κοροϊδεύεις και ν' αυτοσαρκάζεσαι.

Συνειδητοποιούμε, λοιπόν, απ' τη σιωπή σου και μόνο, ότι μας άφησες για πάντα και, ήδη, μετριόμαστε με την απου­σία σου. Θα μας συντροφεύει, όμως, η ανάμνηση της πληθωρικά γειωμένης στον κόσμο παρουσίας σου, η θύμηση των φτερω­τών σου λόγων, η απερίγραπτη ένταση της φωνής σου και το τσαλάκωμα στην τεράστια και ατσούμπαλη αγκαλιά σου. Πλάι σ' αυτά, που είναι πια μνήμες, μας μένει να διαχειρι­στούμε την κληρονομιά των γραπτών που μας άφησες. Οι λέξεις σου, καρφωμένες μία-μία στο χαρτί, όπως το λέει ο ποιητής, θα τρέφουν, με τη δύναμη του επιχειρήματος και της αναφοράς στο έλλογο πράττειν, ένα μέλλον που θα ξεπεράσει σε διάρκεια και τον δικό μας βίο.

Παιδί μιας οικογένειας ματωμένης στον Εμφύλιο, διάλε­ξες να είσαι, από τα πρώτα βήματα της ενήλικης ζωής σου, στρατευμένος στη δύσκολη υπόθεση της κομμουνιστικής ανανέωσης, στην απομάγευση των ιδεολογιών, στις περιπέτειες του δημοκρατικού σοσιαλισμού, στη δίνη, τις εξάρσεις, τις αντιφάσεις αλλά και τις διαψεύσεις των σύγχρονων κινημάτων κοινωνικής απελευθέρωσης.

Τα πολλά-πολλά χρόνια που σε ξέρω, είχες την ακριβή, τη μαγική ικανότητα να αναζητάς, να ψάχνεις και να βρίσκεις τα καλά των ανθρώπων γύρω σου, ν' ακουμπάς σ' αυτά, να συν­θέτεις, να ενώνεις, να συμφιλιώνεις όποιες και όσους μπορούν να σταθούν με το μέρος μιας ιστορικά ζητούμενης, και πάντα ανεύρετης και πάντα πλησίας ελευθερίας και δικαιοσύνης, μιας έλλογης και διαρκώς ανανεούμενης αξίωσης για χειρα­φέτηση και για ελευθερία.

Έγινες ο διανοούμενος που δεν βολεύεται με τα παραδο­μένα, που καταβροχθίζει βουλιμικά ιδέες και θεωρίες, που πα­ράγει, με επιστημονική αυστηρότητα και πειθαρχία, ασεβείς και γενναίους τρόπους ανανέωσης των διανοητικών μας εργα­λείων. Κι έγινες ο επαναστάτης που ψάχνει, βρίσκει, πείθει και οργα­νώνει τους ανθρώπους. Θυμήσου πώς το έλεγε ο Άγγελος για τον Μίμη τον Δεσποτίδη.

Κατάφερες να μας εγκαταλείψεις, Σταύρο μας, την ώρα της επιστημονικής και διανοητικής σου ολοκλήρωσης. Την ώρα που έχουμε, όσο ποτέ, ανάγκη από τη συνεισφορά σου στα κοινά και την ωριμότητα του λόγου σου. Κι έτσι, βρεθή­καμε εδώ, σήμερα, στο ξόδι σου φίλοι και φίλες από τα φοιτητικά χρόνια του '70 στην Πάντειο και του '80 στο Παρίσι, συντρόφισσες και σύντροφοι μιας ζωής, φοιτητές και φοιτήτριες, συναδέλφισσες και συνάδελφοι από το Πανεπι­στήμιο Κρήτης και το Πάντειο. Άνθρωποι του Πολίτη, της Αυγής, της Εποχής.

Για τους συναδέλφους, τους συντρόφους και τους φίλους σου υπήρξες η έμπνευση και το φωτογόνι, που κράτησε και κρατά ζωντανή εκείνη τη φλογίτσα απ' όπου ξεπηδάει το καινούριο.

Μ' αυτά, νοιώθω πως πρέπει να σταθώ, ειδικά στους φοιτητές σου, τα καμάρια σου. Η ευρυμάθεια και η βαθειά σου μόρφωση, το καλαμπού­ρι και η ευγενής σου αθυροστομία, η αγάπη και η έγνοια για τους άλλους, ο ενδελεχής σχεδιασμός μαθημάτων ανοιχτών στις τυχαιότητες και τις προκλήσεις, όλα αυτά, Σταύρο μας, σε έκαναν έναν δάσκαλο πολύτιμο και σπάνιο. Νοιώθω, μι­λώντας με τους παλιούς και τους νέους φοιτητές σου, ότι ο χαμός σου έχει φτιάξει ένα βουβό και σπαρακτικό πένθος. Έτσι που το έφεραν τα πράγματα, δεν μπορώ, σ' αυτόν εδώ τον χώρο και σ' αυτήν εδώ την περίσταση να χρησιμοποιήσω τα δικά σου λόγια, που θα έφερναν το ξέσπασμα του γέλιου, αποδραματοποιώντας ακόμα και τον θάνατο. Ακόμα και τον δικό σου θάνατο.

Πέρα από την πυκνή επιστημονική σου αρθρογραφία και τις αμέτρητες πανεπιστημιακές και άλλες διαλέξεις, μας άφη­σες δύο μεγάλα έργα αναφοράς: Το πρώτο για την κυβερνώσα τάξη κατά τη λεγόμενη «μακιαβελική παράδοση» και το δεύτερο για τον ατομικισμό, την επανάσταση και τη δημοκρατία στην πολιτική θεωρία του Αλεξίς ντε Τοκβίλ. Κάπου στον υπολογιστή σου, στις σημειώσεις αλλά και στις παρεμβάσεις του, βρίσκονται, νομίζω, κι οι ψηφίδες του υπό διαμόρφωση βιβλίου του με θέμα «Νεοφιλελευθερισμός και Δημοκρατία». Θα χρειαστεί να τις αναζητήσουμε. Κι αν τις βρούμε, θα πάρουν ελπίζω, τον δρόμο προς τους αναγνώστες, τους ομότεχνους και τους μαθητές σου, που τις περιμένουν.

Να σου το πω λίγο άτεχνα, Σταύρο μας, τσαλακώνοντας εκεί­να τα όμορφα λόγια του Πρόσπερο:

Ήσουν από τη στόφα εκείνη που είναι φτιαγμένα τα όνειρα· και το βιαστικό το πέρασμά σου απ' τη ζωή μας, ο αιώνιος ύπνος το έχει πια τυλίξει.

Ξέρω ότι η μνήμη σου θα ζεσταίνει τις καρδιές μας στο υπόλοιπο του βίου μας, ότι τα γραπτά σου θα μας δίνουν έλ­λογα κουράγιο κι ότι δεν μπορούμε ν' αμελήσουμε και να μην πάρουμε μαζί μας λίγο από το ήθος σου, σύντροφε και φίλε ακριβέ, στις εποχές της ξηρασίας. Και θα μας συντροφεύουν τούτες οι κληρονομιές σου, Σταύρο μας, ως την ώρα που θα πιάσουν να μπουμπουκιάζουν οι αμυγδαλιές.

Για να την αλλάξουμε την κοινωνία, θα χρειαστεί να χα­λάσουμε τις βεβαιότητες, ν' αλλάξουμε τους τρόπους μας και τη ζωή μας, Σταύρο.

Αντίο, ακριβέ μας αδελφέ. Ήδη λείπεις, κι όμως είσαι μαζί μας. Ζεις, κι ωστόσο είσαι νεκρός.

Mε χιούμορ τσουκνίδας και βλέμμα σοκολατίνας

του Κώστα Τσιρώνη

1995. Ρέθυμνο, Περιβόλια. ΜΕΘΚ 131. Αίθουσα Α29. Μέθοδοι και Τεχνικές της Κοινωνιολογικής Έρευνας. Εισηγητής: Σταύρος Κωνσταντακόπουλος. Ψαρωμένοι πρωτοετείς σε μια αίθουσα τίγκα στον καπνό παρακολουθούν το πρώτο τους μάθημα. Μπεκάτσες, τσίχλες, περιστέρια, αηδόνια, τσαλαπετεινοί και παγώνια παρακολουθούν ένα θηρίο με γυαλιά που θυμίζει φιγούρα του Altan να διδάσκει, και εγώ καθυστερημένος πλησιάζω την είσοδο. Εκείνος σταματά τη διάλεξη και κοιτά από το παράθυρο. Καμιά κατοσταριά φοιτητές, πρωτοετείς και παλιοί, ακολουθούν το βλέμμα του όσο εκείνος σαλιώνει ένα άφιλτρο Players. Εμένα με ζώνουν τα φίδια… Δε βαριέσαι, θα επικαλεστώ το ακαδημαϊκό τέταρτο… Ανοίγω την πόρτα διστακτικά, κι ένα πλατύ χαμόγελο ορθώνεται μπροστά μου, έτοιμο να με καταπιεί.

«Καλώς τον Μπαλού», φωνάζει, και η αίθουσα αντηχεί τη διαπεραστική του φωνή και τα γέλια των υπολοίπων. Μαζί με τον καπνό του Players, καταπίνει και την αμηχανία μου. Ξεφυσώντας, γυρνά στο ακροατήριο. «Έχετε διαβάσει Κίπλινγκ; Το βιβλίο της ζούγκλας;» και αρχίζει να εξιστορεί την ιστορία του Μόγλη και του Μπαλού, όσο εγώ ψάχνω να κρυφτώ.

Αυτό ήταν. Το Μπαλού θα με συνοδέψει όλα μου τα υπόλοιπα χρόνια στο Ρέθυμνο και ο Σταύρος θα γίνει για όλους μας δάσκαλος, πατέρας, φίλος, αδερφός, κολλητός. Ο άνθρωπός μας. Ο Σταύρος. Μια τεράστια αγκαλιά που σε καταπίνει με τη ζεστασιά και τη σιγουριά της.

Τις Κυριακές μας φόρτωνε στο Lada και τριγυρνούσαμε τα χωριά για φαγητό κρασί και κουβέντα. Η Ευταλία στους Αρμένους, ο Αγαπηνάκης στον Κουρνά, η Αγάπη και ο Χούρδος στον Πετρέ, το Φανάρι, η Στελλίνα, η Ζαμπία, ο Ζήσης, ο Γαβαλάς, το Σεσίλια, το Μετρόπολις θα γίνουν αμφιθέατρα, αγκάλες πλατιές. Και εκεί, κάπου ανάμεσα σε χοχλιούς, μαρουβάδες, αχινούς, σταμναγκάθια και Bushmills θα αρχίσουμε να γευόμαστε τον Τοκβίλ, τον Μακιαβέλι, τον Σορέλ, τον Ρουσσώ, τους κλασικούς και τους σύγχρονους.

«Θεοτοκά, αυτή η φουρνιά έχει ψωμί! Βάλε τη μαγιά να πάμε μπροστά, γιατί με το μαλάκα τον κοντό μόνο για σούπες στα Μισίρια είμαστε! Στέλιο, με ακούς ή στον αέρα μιλάω;».

Αθυρόστομος με χιούμορ τσουκνίδας και βλέμμα σοκολατίνας γνώριζε τους φοιτητές του με τα μικρά τους ονόματα αλλά και τα παρατσούκλια που ο ίδιος τους είχε χαρίσει. Ανίχνευε τις αδυναμίες σου και σε κέντριζε. Έπαιζε το μυαλό σου σα χάντρες κομπολογιού. Σε κέρδιζε και σε έχανε την ίδια στιγμή, μήπως και σε παρασύρει στη σκέψη του. Κι όταν ένιωθε πως το κατάφερνε, τα μάτια του γυαλίζανε σα μαργαριτάρια. Κοσμοπολίτης και ρεμπέτης σε αναλογίες ξινόμαυρου. Δάσκαλος και μαθητούδι ταυτόχρονα. Σκίαζε το φόβο και την ανασφάλεια με την παρουσία του και σου άνοιγε δρόμους πλατιούς.

«Σταύρο, θα πεταχτώ στη Fortezza να δω κάτι φίλους που έχουν έρθει πενταήμερη και έρχομαι». «Δε ντρέπεσαι, ρε μαλάκα, να μου λες ότι έχεις φίλους που πάνε πενταήμερη, σαράντα χρονών άνθρωπος θέλεις να πάθω τίποτα; Κοκκινόμαρκε, μάζεψε το κοτσυφόπουλο γιατί μου γαργαλάει τα νεύρα με τους παλιμπαιδισμούς του!».

Στο Ρέθυμνο τον ήξεραν και οι πέτρες της Φορτέτζας. Ταξιτζήδες, διανοούμενοι, αλάνια, πρυτάνεις, μάγειροι, νυχτοβάτες, βοσκοί, ψαράδες, καλλιτέχνες υποκλίνονταν στο μέγεθος της καρδιάς του. Όταν αποφάσισε να μείνει στο Ρέθυμνο μόνιμα («γιατί δε γουστάρω να είμαι "ιπτάμενος διδάσκων", θέλω να είμαι κοντά σας, εσείς είστε η δουλειά μου») με φώναξε να τον βοηθήσω σε κάτι μαστορέματα στο καινούριο του σπίτι. «Καλά, ρε Σταύρο, γιατί δεν πήγες να νοικιάσεις σε κάνα χωριό να χαζεύεις ασπαλάθους και πρίνους, και ήρθες και νοίκιασες ρετιρέ δίπλα στο νεκροταφείο;». «Για να χαζεύω τις χήρες, αγορίνα! Και by the way, που λένε και οι κρυόκωλοι οι ξενέρωτοι Αγγλοσάξονες, διάβασε Σιοράν και άντε στο βουνό παρέα με τους πρίνους να φας και το dessert». Κάθε του λέξη και μια παραπομπή, κάθε του βλέμμα μια προτροπή: «Verstehen, Μπαλού! Verstehen, γαμώ το κέρατό μου!».

*Μάρτης 2015. Σήμερα τον αποχαιρετίσαμε. Συνάδελφοι, σύντροφοι, μαθητές, ασπάλαθοι ανθισμένοι και πρίνοι γερασμένοι. Αντίο Σταύρο.


Μπαλού

Ο Οβελίξ του ακαδημαϊκού χωριού της Αριστεράς

της Αθηνάς Συριάτου

Ο Σταύρος ήταν ο Οβελίξ του ακαδημαϊκού χωριού της Αριστεράς. Γιατί όταν αγαπούσε αγαπούσε πολύ, γιατί όταν έτρωγε έτρωγε πολύ, γιατί όταν μιλούσε μιλούσε πάρα πολύ. Γιατί έβγαζε την πιο πολλή και ουσιαστική δουλειά έχοντας δεύτερο ρόλο. Δεν ήπιε ποτέ από τον μαγικό ζωμό της εξουσίας, όχι επειδή δεν του επιτράπηκε, αλλά επειδή η εξουσία που είχε στην καρδιά των φοιτητών και των συναδέλφων του τού έφτανε και του περίσσευε. Αντίθετα από τον Οβελίξ, δεν ήταν αφελής, αλλά ένας χαρισματικός δάσκαλος και διανοούμενος. Πιο πολύ απ' όλα όμως ήταν αυτός που μας αποκαλούσε «ψυχούλα μου», όσους και όσες κατ' ελάχιστον θεωρούσε ότι συγγένευαν ψυχικά μαζί του.

Ο Σταύρος στον ενεστώτα και στο μέλλοντα

του Δημήτρη Τζανακόπουλου

Μου είναι αδιανόητο ότι πρέπει να μιλήσω εκ μέρους του κόμματος για τον Σταύρο σε χρόνο παρελθοντικό. Μου είναι αδιανόητο ότι δεν μπορώ παρά να μιλήσω εν απουσία για κάποιον που ήταν πανταχού παρόν. Ας μιλήσουμε λοιπόν στον αόριστο για τον Σταύρο, ας μιλήσουμε στον παρατατικό.

Ποιος ήταν ο Σταύρος; Ή, μάλλον, τι συνήθιζε να κάνει;

Ο Σταύρος γελούσε· και γελούσε πολύ. Με την καρδιά του, όπως κάνουν οι άνθρωποι που δεν έχουν να κρύψουν τίποτα, όπως κάνουν οι άνθρωποι που αγαπούν τη ζωή, με τις αντιφάσεις και τα οξύμωρά της, με τα ανόητα και τα σοβαρά της.

Ο Σταύρος σάρκαζε και αυτοσαρκαζόταν, όπως οι άνθρωποι που παίρνουν πραγματικά στα σοβαρά τον εαυτό τους άλλα και τους γύρω τους. Με ένα χιούμορ πηγαίο, αυθόρμητο, αθυρόστομο, ξεκαρδιστικό, όπως κάνουν οι ευφυείς άνθρωποι.

Ο Σταύρος απολάμβανε και απολάμβανε υπερβολικά. Όπως κάνουν οι άνθρωποι που είναι ξεχωριστοί.

Ο Σταύρος εκνευριζόταν και τσακωνόταν για το κόμμα, για το πανεπιστήμιο, για τους φίλους του, για τους συντρόφους του, όπως κάνουν οι άνθρωποι που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο.

Ο Σταύρος διάβαζε, και διάβαζε πολύ, τους κλασσικούς, τον Χομπς και το Ρουσσώ, τον αγαπημένο του Τοκβίλ, τον Βέμπερ και άλλους πολλούς. Όπως κάνουν οι άνθρωποι που θέλουν να καταλάβουν την κοινωνία, την ιστορία, τον κόσμο.

Ο Σταύρος δίδασκε σαν αφοσιωμένος δάσκαλος, χαρίζοντας απλόχερα τη γνώση σε όποιον ήθελε να μάθει. Όπως κάνουν οι γενναιόδωροι άνθρωποι.

Ο Σταύρος μιλούσε και συζητούσε πολύ. Ασταμάτητα. Συμβιβαζόταν και συνέθετε. Άλλαζε γνώμη όπως κάνουν μόνο όσοι είναι σίγουροι για τον εαυτό τους.

Ο Σταύρος οργάνωνε. Στο κόμμα και στην οργάνωση πανεπιστημιακών, ένα από τα παιδιά του, στο πανεπιστήμιο και στο συνδικάτο, έτσι έλεγε την ΠΟΣΔΕΠ, στην κοινωνία, και στις μάχες της για έναν καλύτερο κόσμο, στο κίνημα δηλαδή, που εκείνος ήταν κομμάτι του.

Ο Σταύρος έγραφε για να παρέμβει. Να εντοπίσει τα λάθη μας, να υπερθεματίσει στα ορθά μας, να βοηθήσει στη μάχη για να αλλάξουν οι συσχετισμοί, οι πρακτικές, οι συνειδήσεις. Έγραφε για να επιτεθεί στον αντίπαλο που γι' αυτόν δεν ήταν άλλος από τον φιλελευθερισμό. Σημείωνε τα παράδοξά του, αποκάλυπτε την εσωτερική λογική του, εξηγούσε την ανάγκη να τον υπερβούμε, και τούτο επειδή τον γνώριζε. Πράγμα σπάνιο στις μέρες μας.

Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος να μιλήσει κανείς για τον Σταύρο. Αυτή τη φορά στον ενεστώτα και στο μέλλοντα. Γιατί, όπως όλοι μας, έτσι κι αυτός δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ τίποτα άλλο παρά τα αποτελέσματα που παρήγαγε και το ίχνος που άφησε. Στον καθένα χωριστά και σε όλους μας μαζί. Στην ιστορία, στο κόμμα, στο πανεπιστήμιο, στο κίνημα, σε όλα όσα συγκροτούν την κοινωνία, τους θεσμούς και τους μηχανισμούς της.

Ο Σταύρος υπάρχει μέσα μου, γιατί άφησε ίχνος ανεξίτηλο εκείνη η συζήτηση για το Σορέλ και τον Μπένγιαμιν.

Ο Σταύρος υπάρχει μέσα στο κόμμα, γιατί ακόμα υπάρχει το αποτέλεσμα που άφησε πίσω, οι οργανώσεις που έφτιαξε, οι μάχες που έδωσε, εκείνες που κέρδισε και εκείνες που έχασε.

Ο Σταύρος υπάρχει μέσα στα βιβλία και στα γραπτά του. Σήμερα, εδώ, αλλά και στο μέλλον. Υπάρχει στους μαθητές του, στους φίλους του, στους συντρόφους του. Υπάρχει από τη σκοπιά της αιωνιότητας, γιατί έζησε όπως ζουν οι κομμουνιστές.

Τόσο φαρμάκι μέσα στην αγάπη

του Σταύρου Παναγιωτίδη

Σταύρο, είμαστε όλοι εδώ. Και σου μιλάμε. Ακόμη κι αν εμείς, οι φίλοι σου και μαθητές σου και άρα φίλοι του ορθού Λόγου ξέρουμε πως δεν μας ακούς. Και σου μιλάμε, άρα, πιο πολύ για εμάς. Για να το βαστάξουμε.

Τόσο ξαφνικά, τόσο γρήγορα, ένας τόσο χαρισματικός και τόσο ζωντανός άνθρωπος. Αυτό είναι που δεν αντέχεται. Αυτός ο σκληρός συνδυασμός που μας κάνει την ανάσα μας να κόβεται σε πολλά κομματάκια, όταν τον φέρνουμε στο νου. Μια ευλογία που σε ζήσαμε, μια δυστυχία που σε χάσαμε.

Πιο πολύ, πονάει η σκέψη πως δεν θα ακούσουμε ξανά τη φωνή σου να ταράζει τα πάντα, όπου κι αν είμαστε, δεν θα έχουμε τη λαχτάρα να σε ψάξουμε όπου πάμε, να δούμε τη μούντζα που θα μας έριχνες για το καλωσόρισμα και το πρώτο φαρμακερό σου σχόλιο. Τόση αγάπη, Σταύρο, μέσα στο φαρμάκι, ποτέ ξανά δεν νιώσαμε, όσο με τα σχόλιά σου. Και τόσο φαρμάκι μέσα στην αγάπη, όσο σήμερα, ποτέ ξανά.

«Δεν μπορώ να το δεχτώ», μου είπε μια φίλη χτες, «πως μέσα στην κάσα θα είναι ένας τόσο ζωντανός άνθρωπος». Κι αμέσως μετά, μου ξεφούρνισε μια ιστορία της μαζί σου. Είναι ωραίο κι επώδυνο, αντάμα, να πεθαίνει κανείς και να σκορπάει πίσω του σαν σπορά ζωής τόσες ιστορίες και στιγμές. Σπορά με καρπούς γλυκόπικρους. Σαν εσένα, τον γλυκά μπαρουτιασμένο φίλο μας. Σαν τη ζωή σου που το νιώθαμε πως ένα τέτοιο μίγμα γλυκιάς ζωής και ανομολόγητης και διαρκώς ανεσταλμένης πίκρας είχε μέσα της.

Σταύρο μας, φίλε μας ζεστέ, εσύ που στα χέρια σου κρατούσες τα πάντα. Είναι πολλά τα κλισέ που λένε για σένα από μια αλήθεια. Πως δεν θα είναι το πανεπιστήμιό μας, το αγαπημένο σου Πάντειο, ποτέ πια ίδιο χωρίς εσένα. Πως δεν θα είναι οι ζωές μας ίδιες πια, χωρίς εσένα. Αλήθεια, όλα τους. Μα, όμως, πιο πολύ από όλα, είναι αλήθεια τούτο: πως δεν θα ήταν ποτέ οι ζωές μας ίδιες, αν δεν σε είχαμε γνωρίσει.

Ξέρεις τι με πόνεσε και μαζί με ζέστανε πάρα πολύ αυτές τις μέρες, Σταύρο; Που θυμήθηκα πως σε μια στιγμή πίκρας σου είπα πως και στο ίδιο μας το κόμμα ακόμη, κανένας τελικά δεν σου χρωστάει τίποτα. Πως η προσφορά μας μπορεί ανά πάσα στιγμή να ακυρωθεί, πως πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύεις ποιος είσαι, σε ανθρώπους που μπορεί να μην θέλουν να το θυμούνται. Και θυμήθηκα τώρα πως, λίγο καιρό πριν, όταν είχες κάνει κάτι για εμένα μέσα στο κόμμα που μας έλαχε να φτιάξουμε, μου είπες: «Εγώ αυτό σε εσένα το χρωστούσα». Είχα απορήσει τότε, Σταύρο. Δεν είχα κάνει κάτι για σένα. Μα τελικά, τώρα, κατάλαβα. Έτσι που τα έπαιρνες όλα προσωπικά --από τους ανθρώπους σου, που γινόσουν αλεπού και λιοντάρι μαζί για να μας προστατέψεις, μέχρι τον συλλογικό μας αγώνα-- σαν ο πιο βαθύς εραστής, λες, της ρήσης του Καζαντζάκη, σαν να αγαπούσες τόσο την ευθύνη που να έλεγες πως εσύ μόνος σου μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, έτσι έπαιρνες προσωπικά και όσα έκανα εγώ για την κοινή μας Υπόθεση. Και ένιωθες ότι μου χρωστάς. Και τώρα, αυτές τις μέρες που πια σε χάσαμε, Σταύρο, τώρα πια κατάλαβα. Ότι για να μπορείς να χρωστάς, πρέπει να ξέρεις να δίνεις. Μόνο αυτός που δίνει, μπορεί και να χρωστάει. Το χρέος το απαράγραπτο. Το χρέος που έχουμε πια σε εσένα. Εσένα που έδινες τόσα πολλά ως το τέλος, εσένα που δεν θα σε θυμόμαστε, αλλά που θα σε ζούμε.

Γιατί δεν γίνεται να έχεις ζήσει με τον Σταύρο Κωνσταντακόπουλο και να μην αγωνίζεσαι για το δημόσιο πανεπιστήμιο και για την ισότητα. Γιατί δεν μπορείς να μη σκορπάς τριγύρω την αγάπη και την έγνοια, όπως αυτός. Γιατί έτσι που μας έκαψες τις ψυχές δεν γίνεται να μείνουμε πίσω. Γιατί μαζί σου, Σταύρο, ακούσαμε ακόμη πιο πολύ το τραγούδι της θάλασσας και δεν μπορούμε πια να κοιμηθούμε.

Είμαστε όλοι εδώ, Σταύρο. Φυσικά και νοερά. Η λαΐδα, η χρυσομαλλούσα, ο σκατοπυργιώτης, το ζουλάπι, ο πρωτοξάδερφος του Λένιν, ο μικρός αριστεριστής, ο Ρίτσαρντ Γκιρ, ο Ντένις, η φιλήδονη μελιτζανία, ο αισθησιακός, ο Σερζ και τόσοι άλλοι… και μαζί κι εγώ, ο μικρός σου Πόντιος. Και είμαι σίγουρος πως αν με άκουγες τώρα θα μου έλεγες: «Τελείωνε, μαλάκα Πόντιε, που και στην κηδεία μου ακόμη γκόμενες προσπαθείς να ρίξεις. Που πήγες και μου έβαλες και Ρίτσο στον επικήδειο, μαλάκα!».

Ένας πραγματικός δάσκαλος που έσπαγε την ακαδημαϊκή γυάλα

του Νάσου Ηλιόπουλου

Αγαπημένε μας δάσκαλε, αγαπητέ Σταύρο

Ήσουν δάσκαλος με όλη τη σημασία της λέξης. Είχες την ικανότητα να εκφράζεις σκέψεις με μεγάλο ιστορικό και θεωρητικό βάθος, αλλά πάντα με κατανοητό και λαϊκό τρόπο. Είχες την ικανότητα να προκαλείς το ενδιαφέρον για τη γνώση και την κατανόηση. Θυμάμαι ακόμα το πρώτο μάθημα σου που είχα παρακολουθήσει στο μεταπτυχιακό. Θυμάμαι ότι είχα στεναχωρηθεί γιατί ήταν η χρονιά που είχες σταματήσει να διδάσκεις για την Γαλλική Επανάσταση και θα παρέδιδες για τον Τοκβίλ.

Φοβόμουνα ότι θα βαρεθώ στο μάθημα. Το φοβόμουνα, γιατί δεν σε γνώριζα. Δεν φανταζόμουνα ότι είχες την ικανότητα να μετατρέπεις το μάθημα σε πανηγύρι. Με τα αστεία σου, τα παραδείγματα που αντλούσες από όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Τον δικό σου μοναδικό τρόπο να χρησιμοποιείς μια ζωντανή γλώσσα, χωρίς περιορισμούς και πολιτικές ορθότητες.

Σταύρο, ήσουν πραγματικός δάσκαλος γιατί είχες σπάσει την ακαδημαϊκή γυάλα. Μας μάθαινες ότι στη ζωή πρέπει να αγωνιζόμαστε. Μας μάθαινες ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο είναι μια δική μας κατάκτηση για την οποία πρέπει συνεχώς να παλεύουμε. Μας μάθαινες ότι η γνώση πρέπει να υπηρετεί τα όνειρα και τις ανάγκες της κοινωνίας. Ότι η κριτική δεν φτάνει να περιορίζεται στις σελίδες των βιβλίων, αλλά πρέπει να βγει στους δρόμους.

Σταύρο, ήσουν πάντα εκεί για εμάς. Να μας απαντήσεις σε μια απορία, να μας προτείνεις κάτι να διαβάσουμε, να μας δώσεις ένα ερέθισμα, μια οπτική που δεν είχαμε σκεφτεί. Δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι τώρα δεν μπορούμε να σε συναντήσουμε, να σε πάρουμε ένα τηλέφωνο, να σε ακούσουμε να μας κάνεις μια παρατήρηση, να μας φωνάζεις. Να μας βρίσεις με τον πιο όμορφο τρόπο που θα μπορούσε κάποιος να μας βρίσει.

Σταύρο, δεν θα σε ξεχάσουμε. Δεν θα ξεχάσουμε πόσα σου χρωστάμε. Γιατί αυτό το χρέος σε ανθρώπους σαν κι εσένα μας κάνει πλουσιότερους. Το μόνο που μπορούμε να υποσχεθούμε είναι ότι θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για τη γνώση, την κριτική, για μια κοινωνία με περισσότερους δασκάλους σαν εσένα.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά…

της Φίλιας Δενδρινού

Τριάντα χρόνια πριν φοιτητές στο Παρίσι και… λα σουσουρελά, λα σουσουρελά, βόλτες στον Σηκουάνα, και κουβέντες, και αγωνίες, και αφραγκίες, και γέλια, και η Αριστερά και το διδακτορικό και είπε ο Τοκβίλ και έφαγε ο Τοκβίλ, και έκανε ο Τοκβίλ, και όνειρα, πολλά όνειρα.

Έπειτα η Αθήνα και η αγωνία για δουλειά. Και τα παιδιά είχαμε κάνει πια παιδιά, κι ο Σταύρος έπαιζε μαζί τους ξετρελαμένος και τα καμάρωνε να μεγαλώνουν, δικά του παιδιά τα ένιωθε, φίλος και δάσκαλός τους στοργικός.

Και ο καιρός περνάει και η Αριστερά που μας ενώνει και η αριστερά που μας χωρίζει, και γέλια, γέλια πολλά… Έρχεται η Κρήτη που μας απομακρύνει, αλλά τηλεφωνιόμαστε τα βράδια όταν εγώ κοιμίζω κι εσύ έχεις μείνει σπίτι, για να μου πεις ανέκδοτα, και γέλια, τότε, γέλια πολλά… Περνούν τα χρόνια, φίλε κι αδερφέ μου, χαρές και λύπες στη ζωή μας και συναντήσεις και προσδοκίες, και αναλύσεις, και απογοητεύσεις και ματαιώσεις, και γέλια , πολλά γέλια πάντα, κυρίως, γιατί δε μας τρομάζουν τα χιόνια όταν μας βρίσκουν μαζί , αγκαλιά εγώ κι εσύ στο αμπαζούρ το θαλασσί με bourgogne κόκκινο κρασί… Θυμάσαι το τραγούδι μας, Σταυρούλη μου, όταν ζορίζανε πολύ τα πράγματα. Και τώρα χτυπάει το τηλέφωνο και μου ζητάει ο Στρατής, αν κάτι θέλω να πω για σένα. Τι να πω που να χωράει στη σελίδα, μοναχά τις λίγες λέξεις που σου είπα για να σε χαιρετήσω, τελευταία φορά:

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, πάρε μαζί το Σταύρο.

απ' τις μασχάλες πιάστονε σα να 'ταν λαβωμένος,

Όπου πηγαίνεις τα παιδιά εκεί περπάτησέ τον

με το παλιό το αμπέχονο στις πλάτες του ν' αχνίζει

Δώσ' του κι ένα καλό σκυλί

και τους παλιούς του φίλους

και ρίξε χιόνι έπειτα επάνω στην οθόνη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, πάρε μαζί το Σταύρο

κι όνειρο δώσε του καλό: να τρώει, να γελάει,

να πίνει ένα καλό κρασί και σ' όλους να μιλάει,

διακόπτοντας, ως έλεγε, κι αυτόν τον εαυτό του.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πιάστον, περπάτησέ τον

κάντε μια βόλτα στο Μαραί να φάμε ένα μιλφέιγ

κι απ' τον Πολίτη πέρνα τον για μια μακαρονάδα

στην Καρδαμύλη πήγαινε να κάτσουμε στη Λέλα

και εκεί που θ' αγναντεύουμε να βάζουμε τα γέλια

έτσι όπως θα θυμόμαστε ένα Περριέ Ροντέλ

που κάποτε ζητήσαμε σε μία χαμοκέλα.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, πάρε και το Σταυρούλη.

Δώσε σε κείνον το όνειρο, σε μας το παραμύθι

Πως κάποτε, ποιος ξέρει πού μαζί θα ξαναπιούμε.

Η Οργάνωση Μελών ΑΕΙ-Ερευνητικών Κέντρων του ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει τη βαθιά της θλίψη και συγκίνηση για τον θάνατο του συντρόφου και μέλους της Σταύρου Κωνσταντακόπουλου. Ο Σταύρος ήταν πάντοτε η ψυχή της Οργάνωσης, ένας άνθρωπος βαθύτατα πολιτικός και ένας ακούραστος σύντροφος που βρισκόταν πάντα στο επίκεντρο της κομματικής δραστηριότητας. Εξαιρετικός πανεπιστημιακός δάσκαλος, πιστός σύντροφος και φίλος με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, οξυδερκής αναλυτής και συμμέτοχος πάντοτε στις πολιτικές εξελίξεις και τον αγώνα της αριστεράς που ήταν και δικός του αγώνας, ο Σταύρος τίμησε το κόμμα του και τις οργανώσεις στις οποίες συμμετείχε ήδη από τα πρώτα φοιτητικά του χρόνια.

Ήταν πάντοτε κάποιος στον οποίο μπορούσαμε να υπολογίζουμε τόσο για τις διεισδυτικές αναλύσεις του και τη βαθιά κατανόηση της πολιτικής όσο και για το ότι θα ήταν παρών και θα αναλάμβανε ένα μεγάλο μέρος της κομματικής δουλειάς· με ανιδιοτέλεια και σεβασμό προς τους συντρόφους, αλλά διατηρώντας, την ίδια στιγμή, ως αριστερός, δημόσιος διανοούμενος ακέραιο και ασυμβίβαστο το κριτικό πρόταγμα του προς τους πάντες. Ο χαμός του αφήνει στις καρδιές μας, στη ζωή μας και στην Οργάνωσή μας ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Και ο καλύτερος φόρος τιμής στον Σταύρο μας είναι να συνεχίσουμε τον αγώνα που εκείνος φεύγοντας άφησε ανολοκλήρωτο

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΜΕΛΩΝ ΑΕΙ -ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0