Live τώρα    
Τα συμφέροντα της Γερμανίας δεν είναι πια εκείνα της Ευρώπης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Τα συμφέροντα της Γερμανίας δεν είναι πια εκείνα της Ευρώπης

ΤΟΥ VINCENZO VISCO*

Η σύγκρουση μεταξύ οφειλετών και πιστωτών σημαδεύει ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας από την αρχαιότητα. Τείνει να συμπίπτει ή να επικαλύπτει εκείνη ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους, εκμεταλλευόμενους και εκμεταλλευτές, ηττημένους και νικητές.

O αφερέγγυος οφειλέτης μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπος, εκτός από τη δήμευση των περιουσιακών του στοιχείων, με την πώληση συζύγου και παιδιών και την υποδούλωση. Για πάνω από 500 χρόνια, οι οφειλέτες του Ηνωμένου Βασιλείου μπορούσαν να καταδικαστούν σε φυλάκιση. Είναι προφανές ότι, ιστορικά, τα συμφέροντα των πιστωτών εκπροσωπούνται κάτι παραπάνω από ικανοποιητικά.

Οι οφειλέτες από την πλευρά τους ευελπιστούσαν πάντα στη διαγραφή ή την ελάφρυνση των χρεών τους, υποστηριζόμενοι συχνά (από την εποχή της Ρώμης ή της Αθήνας) από "δημοκρατικούς" ή λαϊκιστές πολιτικούς σε αναζήτηση συναίνεσης. Ανέκαθεν οι βασικές θρησκείες τάσσονταν στο πλευρό των οφειλετών και κατά της τοκογλυφίας, του δανεισμού με τόκο: "άφες ημίν τα οφειλήματα ημών". Τα θρησκευτικά κείμενα (Βίβλος) προβλέπανε την καταφυγή σε ιωβηλαία για το χρέος, τα οποία έπρεπε να υλοποιούνται κάθε εφτά χρόνια. Η κατάσταση του οφειλέτη επέφερε αγώνες, εξεγέρσεις, προκάλεσε ακόμα και πολέμους. Οι υπέρογκοι όροι που τέθηκαν στη Γερμανία στις Βερσαλλίες υπήρξαν μία από τις αιτίες που συνέβαλαν στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντίθετα, η διαγραφή του 50% των γερμανικών πολεμικών χρεών το 1953 από 21 χώρες (14 από τις οποίες ήταν ευρωπαϊκές) επέτρεψε στη συνέχεια την εκπληκτική οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας. Η συμφωνία προέβλεπε και την επαναδιαπραγμάτευση του συμφώνου σε περίπτωση επανένωσης των δύο Γερμανιών, αλλά ο Κολ κατόρθωσε να πετύχει άλλη μια διαγραφή. Η πιο πρόσφατη καμπάνια υπέρ της διαγραφής χρεών ήταν με αφορμή το ιωβηλαίο του 2000 υπέρ των αναπτυσσόμενων χωρών.

Ουσιαστικά η διαχείριση καταστάσεων υψηλού χρέους μοιάζει εξαιρετικά δύσκολη και επειδή δεν είναι εύκολο να διαχωριστούν και να ζυγιστούν τα δίκαια πιστωτών και οφειλετών. Αυτή πάντως θα απαιτούσε σεβασμό, ισορροπίες και να βλέπει κανείς μακριά, στοιχεία που δεν φαίνεται να διακρίνουν τη εν εξελίξει συζήτηση για τα ευρωπαϊκά χρέη. Πράγματι, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ, της Γερμανίας συμπεριλαμβανομένης.

Η σχέση μεταξύ πιστωτών και οφειλετών είναι ασύμμετρη προς όφελος των πρώτων, αν και η ευθύνη μιας δανειακής σύμβασης θα έπρεπε να αφορά εξίσου αμφότερα τα μέρη. Συνήθως όμως λαμβάνεται υπόψη ο οφειλέτης και νιώθει ένοχος και αβοήθητος.

Στην πραγματικότητα, εδώ βρίσκονται αντιμέτωπες δύο διαφορετικές ηθικές αρχές. Η πρώτη είναι εκείνη βάσει της οποίας "τα χρέη πρέπει να εξοφλούνται και τα δάνεια να επιστρέφονται". Η άλλη αφορά την άρνηση οικονομικής παρενόχλησης, καταδίωξης, ταπείνωσης όποιου βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης ή απελπισίας, ανεξάρτητα από τις ευθύνες του. Είναι ευθύνη της πολιτικής ο διακανονισμός ως προς το ποια από τις δύο ηθικές αξιώσεις πρέπει να επικρατήσει σήμερα στην Ευρώπη. Η μανιχαϊστική αντιπαράθεση μεταξύ ενάρετων και χαλαρών χωρών είναι παρόλα ταύτα άνευ ουσίας. Σήμερα στην Ευρώπη κανείς δεν είναι αθώος. Δεν είναι η Ελλάδα, αλλά δεν είναι ούτε η Γερμανία. Όλοι παραβίασαν το γράμμα και κυρίως το πνεύμα της Συνθήκης του Μάαστριχτ, των όρων και της έμπνευσής του και η εποπτεία της Κομισιόν είχε ελλείψεις, κατευθύνθηκε άσχημα και υπήρξε ελάχιστα συνειδητή.

Αν μάλιστα κοιτάξουμε πώς έγινε η διαχείριση της λεγόμενης "βοήθειας" στην Ελλάδα, πρέπει να ντρεπόμαστε: Από τα 230-240 δισ. που επενδύθηκαν από την Ε.Ε., μόνο το 25%, περίπου, ευεργέτησε ευθέως ή εμμέσως τον ελληνικό λαό. Τα υπόλοιπα χρησιμοποιήθηκαν ώστε να αποτραπούν οι ζημιές των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών που είχαν χρηματοδοτήσει γενναιόδωρα την Ελλάδα και να διασφαλιστεί ότι ΔΝΤ, ΕΚΤ και οι Κεντρικές Τράπεζες της Γαλλίας και της Γερμανίας θα έπαιρναν πίσω εξ ολοκλήρου τα δάνειά τους. Μάλιστα, σε αυτή την επιχείριση, χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία, που στην αρχή της ελληνικής κρίσης είχαν μια έκθεση μέτρια σε σχέση με το δημόσιο χρέος της χώρας, ισοδύναμο με 1,7 και 2 δισ. αντίστοιχα, σήμερα βρίσκονται εκτεθειμένες σε σχέση με την Ελλάδα κατά 36 και 26 δισ.! Τα χρήματα των φορολογουμένων Ισπανίας και Ιταλίας χρησιμοποιήθηκαν εκ των πραγμάτων προς όφελος όσων απερίσκεπτα είχαν χρηματοδοτήσει την τοξική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Πρέπει να αποκτήσουμε πλήρη συνείδηση αυτής της κατάστασης. Κανείς δεν είναι αθώος, το επαναλαμβάνω, όλοι είναι ένοχοι, πιστωτές και οφειλέτες. Επομένως, είναι αναγκαία μια πολιτική πρωτοβουλία υψηλού επιπέδου που να είναι σε θέση να κάνει τον απολογισμό της σημερινής κατάστασης, να βεβαιώσει τα σφάλματα που έγιναν, να βρει θεραπείες και να επανεκκινήσει την ανάπτυξη, υπερβαίνοντας και θάβοντας τις μνησικακίες που δηλητηριάζουν τις σχέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών. Προκειμένου να συμβεί αυτό, πρέπει να ξεπεράσουμε τον θολό εθνικισμό που σήμερα χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και αντικατοπτρίζει παλιές και νέες προκαταλήψεις.

Άλλο τόσο θα ήταν λάθος να αναζητηθεί μόνο μια λύση έγκυρη για την Ελλάδα, διότι αυτή, ναι, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ντόμινο, ενώ είναι αναγκαίο να επανασχεδιάσουμε την προοπτική και τις ευρωπαϊκές στρατηγικές. Και, από αυτή την άποψη, το ζήτημα του ευρωπαϊκού δημοσίου χρέους γίνεται κεντρικό.

Απαιτείται πριν απ' όλα να αναγνωριστεί ότι τα σημερινά χρέη είναι αποτέλεσμα της κρίσης (ύφεση, αποτυχία των τραπεζών) και όχι η αιτία και ότι αυτά πρέπει να μειωθούν μέσω μιας συνδυασμένης παρέμβασης των χωρών. Σχετικές προτάσεις υπάρχουν. Υπάρχει αυτή που ο γράφων έκανε προ τετραετίας και έχει το πλεονέκτημα να είναι πολύ κοντά σε εκείνη που προκύπτει και από τα συμφραζόμενα ακόμα και των "σοφών" που ενεργούν ως σύμβουλοι της γερμανικής κυβέρνησης. Υπάρχουν και άλλες. Αυτό που δεν πρέπει να συμβεί είναι να συνεχίσουμε να περιμένουμε. Ας εκμεταλλευτούμε την ελληνική κρίση όχι για να κάνουμε παραχωρήσεις στους Έλληνες, αλλά για να επανεκκινήσουμε και να αναζωογονήσουμε το ευρωπαϊκό σχέδιο. Είναι απαραίτητη μια πολιτική πρωτοβουλία με αυτονομία κρίσης και πρότασης. Και πρέπει να ξεπεραστεί η ευρωπαϊκή ευπρέπεια που παραλύει τις αυτόνομες πρωτοβουλίες των κρατών ισοπεδώνοντας τις κυβερνήσεις κάτω από τα γερμανικά συμφέροντα, που σήμερα δεν είναι αυτά ολόκληρης της Ευρώπης.

* O 73χρονος Vincenzo Visco υπήρξε υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας στις κυβερνήσεις Πρόντι, Ντ' Αλέμα και Αμάτο. Ξεκίνησε ως συνεργαζόμενος με το PCI και ακολούθησε όλες τις μετεξελίξεις σε Δημοκρατικό Κόμμα, Ελιά, Δημοκρατικό Κόμμα. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 17 Φεβρουαρίου στη μεγάλη ιταλική οικονομική εφημερίδα "Il Sole 24 ore".

Μετάφραση: Λάμπρος Αθ. Τσουκνίδας

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0