Live τώρα    
Μέρκελ: Η Γερμανία πάντοτε επεδίωκε μια πολιτική υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μέρκελ: Η Γερμανία πάντοτε επεδίωκε μια πολιτική υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ

Ρεπορτάζ: Κάκη Μπαλή

Η συζήτηση για το αν η Ελλάδα θα μπορούσε να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη χωρίς να αφήσει πίσω της συντρίμμια, που πυροδοτήθηκε την τελευταία εβδομάδα από γερμανικά μέσα ενημέρωσης μέσω διαρροών από κυβερνητικούς κύκλους του Βερολίνου, αρχίζει σιγά - σιγά να καταλαγιάζει, αλλά και να αλλάζει μορφή.

Καταλαγιάζει διότι, έστω με καθυστέρηση, διαψεύστηκε και από τα πλέον επίσημα χείλη, αυτά της καγκελαρίου Μέρκελ, η ύπαρξη σεναρίων εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ: «Ας το μάθουν ο κόσμος και οι αγορές ότι εγώ, η καγκελάριος και η κυβέρνηση της Γερμανίας πάντοτε επιδιώκαμε μια πολιτική υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στη νομισματική ένωση».

Και αλλάζει μορφή, διότι όλο και περισσότεροι αναλυτές, τώρα που βγήκε πάλι το τζίνι από το μπουκάλι, προσπαθούν να σταθμίσουν τον κίνδυνο που απορρέει για τη Γερμανία από μια έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ.

Τη σκυτάλη, χθες, πήρε για μια ακόμη φορά το οικονομικό πρακτορείο Bloomberg, με την εκτίμηση ότι η Γερμανία χρειάζεται την Ελλάδα εντός του ευρώ: «Η Γερμανία δεν έχει κανένα όφελος να διακινδυνεύσει τη διάλυση του ενιαίου νομίσματος από ένα Grexit, επειδή το status quo είναι γι' αυτήν ευλογία πολιτικά και οικονομικά» γράφει. Και επαναφέρει, επικαλούμενο αναλυτές επενδυτικών οίκων, το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας που θα αποκτούσε η εξαγωγική δύναμη Γερμανία εάν διαλυόταν η Ευρωζώνη και η χώρα γυρνούσε στο μάρκο.

Θυμίζει ακόμη παλαιότερη έρευνα του γερμανικού ιδρύματος Bertelsmann, σύμφωνα με την οποία η Γερμανία χωρίς το ευρώ θα έχανε 1,2 τρισεκατομμύρια ευρώ και 200.000 θέσεις εργασίας. Καθώς και έρευνα της McKinsey, σύμφωνα με την οποία, από τα 332 δισ. ευρώ που το ενιαίο νόμισμα βοήθησε να δημιουργηθούν για την οικονομία της Ευρωζώνης το 2010, σχεδόν τα μισά εισέρρευσαν στη Γερμανία. Τέτοια ποσά κάνουν τα 77 δισ. ευρώ -που το οικονομικό ινστιτούτο Ifo υπολογίζει ότι συνεισέφερε η Γερμανία στη διάσωση της Ελλάδας- να μοιάζουν με νάνο, καταλήγει το Bloomberg.

Αυτή η επιχειρηματολογία δεν είναι άγνωστη στη Γερμανία, όπως φαίνεται από τη συνέντευξη που έδωσε ο πρόεδρος της ομοσπονδίας γερμανικών συνδικάτων (DGB) Ράινερ Χόφμαν στο Spiegel.

«Πλύση εγκεφάλου»

Για τον Χόφμαν είναι «ακατανόητη» η ανησυχία που εκφράζουν πολλοί Γερμανοί πολιτικοί για το αποτέλεσμα των εκλογών στην Ελλάδα και μια πιθανή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ: «Πρόκειται για μια δημοκρατική διαδικασία που όλοι πρέπει να σεβαστούν. Ταυτόχρονα οι Έλληνες ψηφίζουν για μια αποτυχημένη πολιτική λιτότητας, που επιβλήθηκε κυρίως από τη Γερμανία. Αυτός δεν είναι λόγος να ανακατεύεται κανείς στις ελληνικές εκλογές, ούτε βεβαίως η γερμανική κυβέρνηση» λέει.

Στην επισήμανση ότι οι όποιες αποφάσεις του Τσίπρα δεν αφορούν μόνο τους Έλληνες, αλλά και τους πιστωτές, δηλαδή και τους Γερμανούς φορολογούμενους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται τα μέλη του DGB, ο Χόφμαν απαντά: «Αυτά τα λεφτά είναι στα χαρτιά και δεν έχουν χαθεί. Και ένα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε: Η Γερμανία είναι η μεγάλη κερδισμένη της νομισματικής ένωσης. Θα χάναμε πολλά δισεκατομμύρια εάν δεν υπήρχε το ευρώ. Με το μάρκο τα προϊόντα μας θα ήταν πολύ ακριβότερα, οι εξαγωγές μας θα απειλούνταν. Και δεν θα επωφελούμασταν από τα χαμηλά επιτόκια της ΕΚΤ αναφορικά με το δημόσιο χρέος μας».

Ο Χόφμαν διαψεύδει κατηγορηματικά την αντίληψη ότι χώρες όπως η Ισπανία ή η Πορτογαλία τα πήγαν καλύτερα με την πολιτική της λιτότητας -«η ανεργία των νέων είναι τρομακτικά μεγάλη και η εύθραυστη ανάπτυξη κάτω από τα επίπεδα προ της κρίσης» λέει- και ξεσπαθώνει έναντι της κατηγορίας ότι για την κρίση φταίνε τα συνδικάτα της Νότιας Ευρώπης που επέβαλαν αυξήσεις και προνόμια: «Η πεποίθηση ότι οι Νοτιοευρωπαίοι ζούσαν πάνω από τις δυνατότητές τους είναι αποτέλεσμα πλύσης εγκεφάλου».

Zeit: «Ο καλός κύριος Τσίπρας»

Οδηγεί ο Τσίπρας οικονομικά την Ελλάδα στα βράχια; Στο ερώτημα που θέτει η γερμανική εβδομαδιαία εφημερίδα Zeit απαντά: «Μόνο σε πρώτη ανάγνωση». Και εξηγεί γιατί: κατά τη γνώμη της, ο αρχηγός της ελληνικής Αριστεράς θέτει τα σωστά ερωτήματα, γιατί «θα μπορούσε να συμβάλει στην υπέρβαση της ελληνικής τραγωδίας πολύ περισσότερο απ' όσο θέλουν να καταλάβουν οι πολιτικές ελίτ της Ευρώπης».

Τρεις είναι οι λόγοι, σύμφωνα με την Zeit: Πρώτον, ότι «σπάει» το πολιτικό κατεστημένο, που με την πελατειακή λογική του ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την κρίση. Δεύτερον, ότι επιδιώκει να σταματήσει την πολιτική της λιτότητας, η οποία επίσης ευθύνεται για την οικονομική κατάπτωση της χώρας. Και τρίτον, ότι θέτει το ζήτημα του χρέους, το οποίο δεν είναι βιώσιμο.

Για τον πρώτο επικαλείται τον διευθυντή του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (DIW) και σύμβουλο της γερμανικής κυβέρνησης Μαρσέλ Φράτσερ, που λέει ότι «η Ελλάδα κυβερνιέται εδώ και γενιές από μια μικρή ελίτ, για την οποία είναι σημαντικότερο να διατηρεί την εξουσία της και να εξασφαλίζει το... παγκάρι, παρά να δημιουργεί θεσμούς που να λειτουργούν και να προωθεί την ευρεία συμμετοχή των Ελλήνων πολιτών».

Επικαλείται επίσης κύκλους των πιστωτών, που λένε ότι «τουλάχιστον με τον Τσίπρα θα ερχόταν κάποιος στην εξουσία που δεν ανήκει στην παλιά ελίτ, που έφερε την Ελλάδα σ' αυτή τη δραματική κατάσταση».

Για τον δεύτερο, την αποτυχία της λιτότητας, επικαλείται τα στατιστικά στοιχεία, την κατακόρυφη μείωση του εισοδήματος, την εκτόξευση της ανεργίας κ.λπ. και τη δήλωση του Γερμανού πρώην επιτρόπου Γκίντερ Φερχόιγκεν ότι «αυτό που ζουν οι Έλληνες είναι κάτι που, αν το ζούσαμε στη Γερμανία, η χώρα θα βυθιζόταν πολύ γρήγορα στο απόλυτο χάος. Ο λαός μας δεν θα είχε την υπομονή που δείχνουν οι Έλληνες».

Και για τον τρίτο, την αναγκαιότητα να ελαφρύνει το δημόσιο χρέος, επικαλείται μια σειρά οικονομολόγων που εκτιμούν ότι ένα μέρος του δεν θα μπορέσει ποτέ να το επιστρέψει η Ελλάδα. «Το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες θα πρέπει θα πρέπει να συζητήσουν το αίτημα που εγείρει ο Τσίπρας για κούρεμα του χρέους» υποστηρίζει η εφημερίδα και αναδημοσιεύει τόσο την πρόταση του Χανς Βέρνερ Ζιν, από το ινστιτούτο Ifo για μια διεθνή διάσκεψη για το χρέος, όσο και στην πιο «μετριοπαθή» πρόταση του DIW να μείνει το χρέος ακέραιο, αλλά να συνδεθεί η καταβολή των τόκων με την ανάπτυξη. Εφόσον δεν υπάρχει ανάπτυξη να καταβάλλονται ελάχιστοι ή και καθόλου τόκοι κι εφόσον συνέλθει η οικονομία να αυξάνονται οι πληρωμές.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0