ΤΟΥ ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ
Καπιταλιστική ανάπτυξη με κοινωνική ερήμωση
Οι μορφές που μπορεί να προσλάβει η οικονομική δραστηριότητα γενικότερα, αλλά και στη σημερινή κοινωνική συγκυρία, εντοπίζονται στην ιδιωτική καπιταλιστική οικονομία, στην κρατική δημόσια παραγωγική δραστηριότητα και στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή. Η κυρίαρχη ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα, στην τελευταία εξαετία της καπιταλιστικής κρίσης (2008 - 14), αφού διάνυσε μια πορεία εκκαθάρισης επιχειρήσεων και πρόκλησης πρωτοφανούς ανεργίας, έχει τεθεί σε σχετική τροχιά υπέρβασης της κρίσης, συνοδευόμενη όμως πάντα από τη μαζική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και κοινωνική εξαθλίωση. Επιστροφή στην υψηλή κερδοφορία των 500 μεγαλύτερων επιχειρήσεων στα 7,5 δισ. ευρώ για το 2013, ενώ ταυτόχρονα παραμονή στη ζημιογόνο δραστηριότητα ενός μεγάλου μέρους του εταιρικού τομέα. Η δημόσια οικονομία, μετά από μια 25ετία σταδιακών αποκρατικοποιήσεων και εκχώρησης τομέων της κρατικής οικονομίας στο επιχειρηματικό κεφάλαιο (τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, πίστη, οδικά έργα κ.λπ.), εμφανίζεται κυριολεκτικά αποψιλωμένη. Είναι, παράλληλα, προφανές ότι απουσιάζει ο όποιος κοινωνικός τομέας της οικονομίας (ψήγματα του οποίου έτειναν να αναδειχθούν κατά τρόπο αναιμικό τη δεκαετία του 1980). Εξετάζοντας αφετηριακά την επικρατούσα ιδιωτική επιχειρηματική οικονομία διαπιστώνεται ότι αυτή χαρακτηρίζεται από το κλείσιμο εκατοντάδων εργοστασίων και εταιρειών, την εκτίναξη της ανεργίας σε πρωτοφανή επίπεδα, την εκτεταμένη καταστροφή παγίων κεφαλαίων. Η αιτία αυτής της πορείας δεν εντοπίζεται κυρίαρχα στη μείωση της ζήτησης εξ αιτίας της εισοδηματικής λιτότητας (που διαδραματίζει και αυτή σημαντικό ρόλο), αλλά στην ίδια την εγγενή φύση της κρίσης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, δηλαδή της κατακόρυφης πτώσης της αποδοτικότητας του κεφαλαίου.
Κατά συνέπεια, τείνει να δρομολογηθεί μια ορισμένη διαδικασία οικονομικής ανάκαμψης, που ταυτίζεται με αυτήν της καπιταλιστικής κερδοφορίας, και η οποία συνοδεύεται σταθερά από εκτεταμένα φαινόμενα κοινωνικής εξαθλίωσης. Αυτού του τύπου η ανάκαμψη βρίσκεται σε σχέση ευθέως ανάλογη με τα μέτρα της μνημονιακής πολιτικής και υπάρχει χάρη σ' αυτά ακριβώς τα μέτρα: Αποψίλωση εργατικών εισοδημάτων και συντάξεων, παρατεταμένη μαζική ανεργία, αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων κ.λπ., που έχουν συμβάλει καθοριστικά στη μείωση του εργατικού κόστους στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις.
Υπολογίζεται ότι με μια αριστερή διακυβέρνηση, προς την οποία βαδίζουμε, θα επέλθει ένας ορισμένος τερματισμός της άκρατης λιτότητας με πολλαπλούς τρόπους, μεταξύ των άλλων :
α) Με τη χρηματοδοτική στήριξη των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών (υγείας, εκπαίδευσης, πρόνοιας) που έχουν ακρωτηριασθεί.
β) Με την αποκατάσταση των κατώτατων μισθών, συντάξεων και επιδομάτων ανεργίας που αφορούν σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού της χώρας.
γ) Με την ελεύθερη λειτουργία των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, που, παρ' όλη την παραλυτική πίεση της ανεργίας, θα τείνουν να επαναφέρουν τους μισθούς στα προηγούμενα επίπεδα.
δ) Με τη δραστικότερη φορολόγηση της κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρήσεων, στις οποίες καταγράφεται μια ανοδική τάση της αποδοτικότητας των ιδίων τους κεφαλαίων.
ε) Με τη δρομολόγηση ενός ευρύτατου Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που μπορεί εν δυνάμει να λειτουργήσει ως «ατμομηχανή» της οικονομικής ανάταξης κ.λπ.
Όλο αυτό το πλέγμα των αριστερών λαϊκών μέτρων, που εγγράφονται στις προγραμματικές κατευθύνσεις του ΣΥΡΙΖΑ, λειτουργεί προφανώς σε μια κατεύθυνση τόνωσης της ζήτησης, ατομικής και συλλογικής, και άρα αύξησης της πίεσης για την αναπτυξιακή κίνηση των παραγωγικών μηχανισμών, γεγονός που με την αύξηση της παραγωγής θα τείνει να επιφέρει μια ορισμένη αύξηση της απασχόλησης. Αν αυτή είναι η θετική πλευρά των πραγμάτων, που δίνει μια σχεδόν «ειδυλλιακή» εικόνα για το πώς η κοινωνική δικαιοσύνη λειτουργεί ως εφαλτήριο μιας οικονομικής ανάκαμψης, εμφανίζεται ταυτόχρονα και η αντίστροφη πλευρά.
Όλη αυτή η αντικατάσταση της εισοδηματικής λιτότητας και των δημοσιονομικών περιορισμών στις κοινωνικές δαπάνες προϋποθέτει τον δραστικό περιορισμό της κερδοφορίας του επιχειρηματικού κεφαλαίου τόσο με την άμεση αύξηση των εργατικών μισθών και εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών όσο και με την ένταση της φορολογίας των μεγάλων επιχειρήσεων (αλλά και των ανώτερων μικροαστικών τάξεων) για την κάλυψη των συλλογικών κοινωνικών δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού, αλλά και την άμβλυνση της πίεσης του εφεδρικού στρατού των ανέργων επί της ενεργού μισθωτής εργασίας.
Το αποτέλεσμα θα είναι για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις η προσαύξηση του εργατικού κόστους και των φορολογικών επιβαρύνσεων, πράγμα που θα περιορίζει στο έπακρο την κερδοφορία τους ή θα προσαυξάνει τα ζημιογόνα αποτελέσματα των υπολοίπων. Ωστόσο η αποψίλωση των εργατικών μισθών και η κατακρεούργηση των κοινωνικών δαπανών υπήρξαν το κύριο περιεχόμενο των Μνημονίων, προκειμένου να καταγραφεί μια υπέρβαση της κρίσης προς όφελος της αστικής τάξης και σε βάρος της πλειοψηφίας του εργαζόμενου λαού. Συνεπώς έντονη θα είναι η οικονομική τάση προς την επενδυτική αποχή των επιχειρήσεων, όπως συνέβη εδώ και πέντε χρόνια, η συνέχιση της εκκαθάρισης μεγάλων εργοστασίων, εμπορικών επιχειρήσεων και υπηρεσιών, πράγματα που θα ανακυκλώνουν την καπιταλιστική κρίση.
Συμπερασματικά, η οικονομική ανάταξη της χώρας μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με ακραίους νεοφιλελεύθερους όρους, συνοδευόμενη από την κοινωνική εξαθλίωση, είτε με συνεπείς σοσιαλδημοκρατικούς όρους (μέτρα κοινωνικής δικαιοσύνης), συνοδευόμενη από φαινόμενα ύφεσης και στασιμότητας. Γι' αυτούς τους λόγους οι ριζοσπαστικές οικονομικές τομές της αριστερής διακυβέρνησης δεν μπορούν παρά να προχωρήσουν πιο βαθιά, πέρα από τις εξωγενείς παρεμβάσεις (άμβλυνση των πολιτικών λιτότητας), και να θέσουν στο επίκεντρό τους ζητήματα κοινωνικοποιημένης ανάπτυξης της συρρικνωμένης παραγωγής, εργατικού και λαϊκού ελέγχου, κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και υπηρεσιών έξω από τα ανταγωνιστικά δίκτυα της αγοράς κ.ά.