ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*
Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα: Ένα παλιό σύνθημα και στίχος τραγουδιού μοιάζει να χαρακτηρίζει δύο διαμαρτυρίες, οι οποίες, φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους, δίνουν τον τόνο των ημερών και συμπυκνώνουν τον θυμό και την αγανάκτηση μιας μνημονιακής Ελλάδας που παραπαίει, και διαμαρτύρεται περισσότερο για την αδικία παρά για τον ΕΝΦΙΑ.
Ο Νίκος Ρωμανός, καταδικασθείς για ένοπλη ληστεία τράπεζας, ύποπτος για συμμετοχή στη Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς, διεκδικεί τη χορήγηση εκπαιδευτικών αδειών, οι οποίες, κατά την ισχύουσα σήμερα δικαστηριακή πρακτική, είναι αδύνατον να δοθούν, ενόψει της άρνησης του αρμόδιου εφέτη - ανακριτή στη χορήγησή τους. Και ναι μεν ορθά παρατηρείται από νομικούς ότι με την καταδίκη του Ρωμανού έχει διακοπεί η προσωρινή του κράτηση για τις εκκρεμείς ανακρίσεις για άλλες πράξεις, όπως επίσης και ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, που επιλήφθηκε ως δευτεροβάθμιο όργανο, θα έπρεπε να μην δεσμεύεται από την άρνηση του ανακριτή, πλην όμως αυτά είναι ψιλά γράμματα.
Από την άλλη, οι Σύροι πρόσφυγες στο Σύνταγμα διεκδικούν τη χορήγηση ταξιδιωτικών εγγράφων που να τους επιτρέψουν τη συνέχεια του ταξιδιού τους στην Ευρώπη, έως ότου βρεθεί η ευρωπαϊκή χώρα που θα τους παράσχει ικανή προστασία, από την άποψη κυρίως ικανών συνθηκών διαβίωσης, χωρίς να υποβάλουν αίτηση ασύλου στην Ελλάδα, η οποία είναι καταρχήν η μοναδική δυνατότητα χορήγησης ταξιδιωτικών εγγράφων, υπό το ισχύον καθεστώς, αλλά που μπορεί να αποτελέσει λόγο μη αποδοχής αιτήματος προστασίας σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα που θα καταφύγουν με βάση τον κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ. Και ορθά πάλι παρατηρείται από πολλές πλευρές ότι υπάρχει η νομική δυνατότητα και υποχρέωση, με βάση την Οδηγία 2001/55/ΕΚ σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων, η οποία όμως απαιτεί απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που όμως δεν έχει ληφθεί ποτέ και δεν λήφθηκε ούτε με τη μαζική εισδοχή περίπου 15.000 προσφύγων από τη Λιβύη σε διάστημα τριών μηνών στις αρχές του 2011, κατά τη διάρκεια μαζικών εχθροπραξιών.
Ψιλά γράμματα, πράγματι. Και στις δύο περιπτώσεις οι άνθρωποι διεκδικούν το δίκιο τους και εκείνο που εντυπωσιάζει είναι το πείσμα και η υπομονή με την οποία συνεχίζουν την καταρχήν αδιέξοδη διαμαρτυρία τους. Τι τους όπλισε με τέτοιο πείσμα και τέτοια υπομονή;
Στη μεν περίπτωση Ρωμανού, η συνεχιζόμενη ατιμωρησία της αστυνομικής βίας. Στο απυρόβλητο από πολύ παλιά, η αστυνομική βία σε όλες της τις μορφές δεν ελέγχεται, δεν τιμωρείται. Η πολιτεία αποδέχεται τις εκτροπές της, σε σημείο που εύκολα να θεωρεί ο οποιοσδήποτε νεαρός Ρωμανός, ότι νομιμοποιείται να αναλάβει τον ρόλο του Ρομπέν των Δασών.
Στη δε περίπτωση των Σύρων προσφύγων, εκείνο που τους όπλισε με πείσμα είναι η συνεχιζόμενη αδιαφορία και απώθηση του φαινομένου της προσφυγιάς και της μετανάστευσης που έχει δαιμονοποιηθεί ως η αιτία όλων των δεινών της οικονομικής ανέχειας που μαστίζει την Ελλάδα και την Ευρώπη του σήμερα.
Η καχεκτική μνημονιακή Ελλάδα, η καχεκτική μίζερη Ευρώπη δεν έχουν αντιληφθεί ότι παραμένουν ακόμη κοινωνίες που και τη δικαιοσύνη μπορούν να επιβάλουν και την ευημερία των πολιτών τους να διατηρήσουν. Αρκεί να πορευθούν με το ίδιο πείσμα και την ίδια υπομονή και προσήλωση στις αρχές και τις αξίες της δικαιοσύνης, της ισότητας και της αλληλεγγύης, όπως και οι σημερινοί διαμαρτυρόμενοι.
Ο αγώνας, το πείσμα του Νίκου Ρωμανού είναι η ελπίδα για μια κοινωνία με δικαιοσύνη. Ο αγώνας, το πείσμα των Σύρων προσφύγων είναι η ελπίδα για μια κοινωνία με ευημερία για όλους. Εκείνο που θα μείνει περισσότερο στην ιστορία δεν είναι η ικανοποίηση ή μη των αιτημάτων τους, αλλά ο ίδιος ο μοναχικός αγώνας τους για μια καλύτερη κοινωνία.
* Ο Βασίλης Παπαδόπουλος είναι μέλος της Ομάδας Δικηγόρων για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών