Σήμερα είναι η τελευταία μέρα του διεθνούς συνεδρίου με τίτλο «O εκδημοκρατισμός της Αστυνομίας στην Ευρώπη» που οργανώνουν το Δίκτυο transform!europe, το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς. Σε μια χώρα που τα τελευταία χρόνια η βία, η βαρβαρότητα και η ασυδοσία αποτελούν σταθερά (και όχι εξαίρεση) της δράσης της Αστυνομίας, η θεματική του συνεδρίου ξενίζει ή γεννά απορίες και πικρές σκέψεις. Και όμως ο «εκδημοκρατισμός της Αστυνομίας» (ως ερώτημα, ως πρόβλημα, ως συγκεκριμένο πολιτικό και θεσμικό σχέδιο) είναι ζήτημα κρίσιμο, ενόψει της κυβέρνησης της Αριστεράς. Γιατί η λογοδοσία, η τιμωρία των αστυνομικών που βιαιοπράγησαν και βιαιοπραγούν, η διάλυση των ΜΑΤ, ο εκδημοκρατισμός της Αστυνομίας, η κάθαρσή της από τους πυρήνες των νεοναζί δεν είναι απλώς υποσχέσεις που πρέπει να γίνουν πράξη για λόγους αξιοπιστίας. Είναι ζητήματα κεντρικά, μεγάλης πολιτικής σημασίας που μια κυβέρνηση της Αριστεράς πρέπει να τα αντιμετωπίσει αμέσως, με σχέδιο, αποφασιστικότητα και πολιτική βούληση. Δημοσιεύουμε σήμερα τρεις μικρές συμβολές από ομιλητές του συνεδρίου: τη Σοφία Βιδάλη (εγκληματολόγο, καθηγήτρια στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης), τον Γιώργο Παπανικολάου (εγκληματολόγο, αν. καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Τίνσαϊντ), τον Γιώργο Ρηγάκο (καθηγητή πολιτικής οικονομίας της ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Κάρλετον) και τον Salvatore Palidda (κοινωνιολόγο, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας). Ευχαριστούμε θερμά τον Φάνη Παπαγεωργίου (δρ ΕΜΠ, transform!europe) που επιμελήθηκε το αφιέρωμα.
Στρ. Μπ.
Η Αστυνομία σε κρίση
Χρόνια τώρα οι μεταρρυθμίσεις στην Aστυνομία οδηγούν στην αύξουσα καταστολή, σε συνδυασμό με συχνές παραβιάσεις του νόμου, τον οποίο η ίδια η Aστυνομία έχει ταχθεί να προστατεύει. Το βάρος που έχει δοθεί στις πολιτικές ασφάλειας συντελεί στην απομάκρυνση από την ιδέα της κοινωνικής ειρήνης ως βασικής αποστολής της Aστυνομίας. Αυτή η κατάσταση έχει φτάσει στα όριά της. Aρκεί κανείς να σκεφτεί τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στη φετινή επέτειο του Πολυτεχνείου, να διαβάσει τις εκθέσεις Ανεξάρτητων Αρχών, τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα πρακτικά του Κοινοβουλευτικού Ελέγχου, ώστε να πειστεί ότι:
* Η παράνομη αστυνομική βία δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό: καλλιεργείται μέσα από το σύστημα προσλήψεων, εκπαίδευσης και στρατηγικών στόχων της Αστυνομίας και, άτυπα, μέσω της ανοχής στη βία και στην ατιμωρησία των ηθικά υπεύθυνων.
* Ενώ η Ελληνική Αστυνομία επιτελεί πληθώρα δράσεων, η πραγματική της προτεραιότητα είναι η κατασταλτική αστυνόμευση του δρόμου και των ανθρώπων, μέσα από εντολές που καλλιεργούν στερεότυπα και υπό την πίεση των εργολάβων ηθικής που πρωτοστατούν στα ΜΜΕ.
* Μέρος των αστυνομικών λειτουργεί εγκληματικά.
Όλα αυτά, επειδή ακριβώς δεν είναι σημερινά, αποτελούν κεντρική πολιτική επιλογή: η κοινωνική ευταξία ορίζεται πλέον με βάση τη χρησιμότητά της να διαχειρίζεται τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Γι' αυτό και δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά. Η λειτουργία της Αστυνομίας με αυτό τον τρόπο, όμως, είναι επιβλαβής κοινωνικά, αλλά και για την ίδια την Αστυνομία: αλλοιώνει την αποστολή της, δημιουργεί κοινωνική απομόνωση για τους αστυνομικούς, συμβάλλει στον κοινωνικό διχασμό και απομακρύνει το ενδιαφέρον από το πραγματικό έγκλημα, που αφορά άλλες κοινωνικές ομάδες και το ίδιο το κράτος.
Έτσι, με όρους κράτους δικαίου, ο θεσμός της Αστυνομίας βρίσκεται σε κρίση. Γι' αυτό και είναι ανάγκη να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος και η λειτουργία της: μια άλλη Αστυνομία είναι και εφικτή και είναι αναγκαία.
Οι όροι μιας τέτοιας μεταρρύθμισης πρέπει να είναι διαφορετικοί σε σχέση με το παρελθόν: η υπηρεσία στο όνομα της κοινωνίας και κυρίως των ευάλωτων ομάδων, η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των αστυνομικών πέρα από το στενά οικονομικό πεδίο, η υποστήριξη της κοινότητας, η κατοχύρωση της λογοδοσίας ως μιας διαδικασίας κοινωνικής έρευνας έξω από την Αστυνομία, η ανάπτυξη της αστυνομικής επιστήμης όχι ως αναλογιστικής αλλά ως κοινωνικής επιστήμης, όλα αυτά αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός προτύπου δημοκρατικής Αστυνομίας, που δεν θα εννοεί την προστασία της δημοκρατίας μόνον ως αστυνομική επιχείρηση, αλλά ως διαδικασία συνεχούς εμπέδωσής της με άξονα την κοινωνική αλληλεγγύη, στην οποία μετέχει και η Αστυνομία. Το έργο της Αστυνομίας πρέπει, επιτέλους, να λάβει νόημα και περιεχόμενο τα οποία να υπερβαίνουν τη «μονοτονία» της βίας και να υπηρετούν την κοινωνική δικαιοσύνη.
Σοφία Βιδάλη
Η Αριστερά και η Αστυνομία
Το σημερινό σκηνικό της κρίσης υπογραμμίζει την επείγουσα ανάγκη η Αριστερά να συζητήσει και να αναλύσει θεωρητικά το μέλλον της Αστυνομίας. Ιδίως στον ευρωπαϊκό Νότο, η λαϊκή αντίδραση απέναντι στη λιτότητα και η ανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων έχουν ξαναφέρει την Αριστερά στο προσκήνιο της πολιτικής αντίστασης και έτσι ανατέλλουν προοπτικές για προοδευτικές πλειοψηφίες. Έχουν όμως αναβαθμιστεί και οι κατασταλτικές δυνατότητες της Αστυνομίας, κάτι το οποίο η Δεξιά φαίνεται να εκμεταλλεύεται κατά κόρον. Αυτή την εξέλιξη η Αριστερά την έχει αντιληφθεί στην πράξη, αλλά στη θεωρία η ανάλυση του ζητήματος της αστυνόμευσης παραμένει μάλλον αναιμική.
Ασφαλώς, υπάρχουν σοβαροί ιστορικοί λόγοι για τους οποίους η Αριστερά περιορίζεται σε μια αντίληψη της αστυνόμευσης ως πολιτικής καταπίεσης. Αλλά το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα είναι πλέον τόσο συνδεδεμένο με το βιομηχανικό σύμπλεγμα της ασφάλειας, ώστε η διαμόρφωση ενός εναλλακτικού οράματος για ένα δημοκρατικό οικονομικό σύστημα, που θα εγγυάται την ασφάλεια και την ευημερία όλων των πολιτών απαιτεί να πάρουμε στα σοβαρά και το ζήτημα της Αστυνομίας. Θέση μας είναι ότι η κατανόηση του ρόλου της Αστυνομίας αποτελεί κεντρικό ζήτημα για κάθε προσπάθεια κοινωνικής αλλαγής. Ακόμη περισσότερο, η ελπίδα για ένα καλύτερο οικονομικό μέλλον και μια νέα σχέση πολίτη-κράτους εξαρτάται και από αυτή την κατανόηση.
Ο αστυνομικός ως εργαζόμενος δεν μπορεί πλέον να παραμένει στο περιθώριο της αριστερής πολιτικής σκέψης και πράξης. Η άλλη επιλογή είναι να συνεχιστεί η σχεδόν τελετουργική σύγκρουση στους δρόμους, την οποία η άρχουσα τάξη χρησιμοποιεί για να ρίχνει νερό στον μύλο της ανασφάλειας. Σε μια εποχή ανέχειας και υλικής επισφάλειας, επιχειρεί έτσι να ενεργοποιήσει στο έπακρον τα συντηρητικά ανακλαστικά των πολιτών συγκαλύπτοντας πως το όραμά της για την καθημερινή ζωή ουσιαστικά βασίζεται στον φόβο, την ανασφάλεια και την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Δεν προξενεί έκπληξη ότι μια από τις πιο απτές συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού είναι η σύγκλιση καταστολής και κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ας λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι μερικές από τις πιο σημαντικές μορφές της κλασικής πολιτικής οικονομίας καταπιάστηκαν με το ζήτημα της ασφάλειας, θεωρητικά και πρακτικά. Ο ίδιος ο Μαρξ είχε παρατηρήσει ότι «η ασφάλεια είναι η υπέρτατη ιδέα της καπιταλιστικής κοινωνίας». Η σύγχρονη ιαχή «νόμος και τάξη» έχει μεγάλο ιστορικό βάθος: αφορά την κατασκευή μιας καθημερινής ζωής η οποία δημιουργεί ευνοϊκούς όρους για την καπιταλιστική εκμετάλλευση, με βάση ένα σύστημα του οποίου ο μιλιταρισμός και η χρήση --ή απειλή χρήσης-- βίας αποτελούν κεντρικά χαρακτηριστικά. Αυτή την κατάσταση πρέπει να ανατρέψουμε.
Αν η Αστυνομία καταλαμβάνει οργανικό ρόλο στη συγκρότηση του καπιταλισμού, η πρόκληση είναι να σκεφτούμε ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά της Αστυνομίας, της ασφάλειας και της αστυνόμευσης στην πορεία προς μια μετακαπιταλιστική πραγματικότητα. Η Αριστερά πρέπει να προσφέρει μια τέτοια εικόνα στους πολίτες. Δεν αρκεί, πιστεύουμε, το άνοιγμα από τα έξω, με την εισαγωγή μορφών δημοκρατικού ελέγχου. Σε σύνδεση με τον εκδημοκρατισμό του οικονομικού συστήματος, χρειάζεται ριζική αλλαγή στις σχέσεις εξουσίας και τα συστήματα οργάνωσης και καταμερισμού της εργασίας στο εσωτερικό του αστυνομικού οργανισμού, ώστε να αναδειχθούν και να εμπεδωθούν οι ποιότητες διαμεσολάβησης, επίλυσης και αποκατάστασης στην εργασία του αστυνομικού. Βασικό στοιχείο ενός τέτοιου προγράμματος θα είναι η ρήξη με τον γραφειοκρατισμό και τον μιλιταρισμό.
Οι περισσότεροι αστυνομικοί θα προτιμούσαν να εργάζονται σε ένα τέτοιο περιβάλλον, παρά να ασφυκτιούν μέσα σε στολές μάχης. Θα προτιμούσαν να απαλλαγούν από την υποψία πως αποτελούν τους μισθοφόρους της οικονομικής ολιγαρχίας. Θα προτιμούσαν να εργάζονται σε μια Αστυνομία αρμονικά δεμένη με την ομαλή κοινωνική συμβίωση, μια αστυνομία γνήσια ταγμένη στην υπηρεσία του λαού.
Γιώργος Παπανικολάου, Γιώργος Ρηγάκος
Ιταλικά σώματα Ασφαλείας: αυταρχισμός και δημοκρατία
Το πολύχρονο ζήτημα του εκδημοκρατισμού της Αστυνομίας, της φυλακής, της δικαιοσύνης και άλλων παρόμοιων θεσμών μάς προκαλεί να αναρωτηθούμε εάν η δημοκρατική νομική τάξη ήταν εξαρχής ένα δόλωμα. Σήμερα, το θέμα τίθεται με ακόμα πιο επείγοντες όρους, εξαιτίας της επιτυχίας της νεοφιλελεύθερης επανάστασης που είναι πάνω απ' όλα μια επανάσταση πολιτική (και όχι μόνο χρηματοπιστωτική, τεχνολογική ή στρατιωτική-αστυνομική). Γιατί μ' αυτήν έχουμε μια νέα αύξηση του ασύμμετρου συσχετισμού ισχύος υπέρ των δυνατότερων παικτών, οι οποίοι έτσι έχουν αυξήσει τη διακριτική τους ευχέρεια, αναπτύσσοντας ελεύθερα τη βούλησή τους.
Ίσως η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποιημένη αταξία να μην κρατήσει για πολύ. Όμως, πώς μπορεί να γίνει νοητή μια ελπιδοφόρα αλλαγή της σημερινής κατάστασης, από τη στιγμή που διαπιστώνουμε την αποσύνθεση των δυνατοτήτων συλλογικής πολιτικής δράσης των θυμάτων του νεοφιλελευθερισμού; Ας μην ξεχνάμε πως ο τελευταίος μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκμεταλλευτεί την ασυμμετρία ισχύος για να επιβάλει επιλογές που επιτρέπουν μόνο την εδώ και τώρα μεγιστοποίηση των κερδών, αδιαφορώντας ακόμα και για το ίδιο το μέλλον της ανθρωπότητας. Αυτός είναι ο λόγος που ο σκεπτικισμός ανθρώπων όπως ο Παζολίνι και ο Φουκώ (αλλά και ο Πουλαντζάς και ο Ντελέζ και πολλοί άλλοι) μοιάζει εντελώς δικαιολογημένος -- μόνο που, ασφαλώς, δεν μπορεί να εμποδίσει την ανάδυση αντιστάσεων, έστω και αν αυτές περιορίζονται στην παρρησία και, ίσως, σε κάποιες προσπάθειες δημιουργίας νέων μορφών πολιτικής δράσης.
Η συζήτηση που διεξάγεται στο συνέδριο για τον «Εκδημοκρατισμό της Αστυνομίας» μπορεί να αποβεί εξαιρετικά επωφελής, εάν βασιστεί στη σκέψη πως ο αυταρχισμός και η δημοκρατία, οι καταστάσεις εξαίρεσης και η φαινομενική δημοκρατική ομαλότητα συνυπάρχουν πάντοτε. Κατά συνέπεια, είναι πάντοτε πιθανή η αναμόρφωση της δημοκρατικής νομικής τάξης, με την έννοια της άμεσης μετάβασης από μια πρακτική μετάφραση λίγο-πολύ συνεπή με τους κανόνες του δημοκρατικού δικαίου προς την υιοθέτηση άτυπων, παράνομων ή ακόμα και εγκληματικών κανόνων -- όπως στο παιχνίδι της παραμόρφωσης και επαναφοράς μιας εικόνας μ' έναν παραμορφωτικό καθρέπτη.
Ειδικότερα στην ιταλική περίπτωση, τα σώματα Ασφαλείας εμφανίζονται ως δημοκρατικά παρά την ασύλληπτη ασυμμετρία ισχύος υπέρ τους και τις αυταρχικές πρακτικές τους, διότι δρουν σε ένα κοινωνικό φόντο χωρίς ιδιαίτερη παράδοση αγώνων για τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων και για αληθινή ισότητα. Η αντιδημοκρατική συμπεριφορά της Αστυνομίας είναι προφανής όχι μόνο όταν γίνεται βίαιη ή και ανοιχτά φασιστική (όταν καταφεύγει σε βασανιστήρια, σοβαρές εγκληματικές ενέργειες κ.λπ.), αλλά επίσης, και ακόμα περισσότερο, όταν επιδίδεται σε πρακτικές που είναι κοινωνικά νομιμοποιημένες. Οι αυταρχικές πρακτικές δεν είναι μόνο επιλογή των ισχυρών, εκφράζουν και την «κοινή λογική» των ανθρώπων που έχουν εσωτερικεύσει τον λόγο της εξουσίας.
Σαλβατόρε Παλίδα
μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου
Το πρόγραμμα σήμερα Κυριακή 23 Νοεμβρίου
(στο Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών, Ακαδημίας 18)
10.00-11.30:Αστυνομία, αστυνόμευση και δικαιώματα στην Ελλάδα. Συντονίστρια: Τασία Χριστοδουλοπούλου. Ομιλητές: Βασίλης Καρύδης (Συνήγορος του Πολίτη), Χρήστος Φωτόπουλος (ΠΟΑΣΥ), Δημήτρης Τσουκαλάς (βουλευτής).
12.00-13.30: Αστυνομία, έγκλημα και ασφάλεια την περίοδο της κρίσης στην Ελλάδα. Συντονίστρια: Αθηνά Αθανασίου. Ομιλητές: Γιάννης Πανούσης (Παν. Αθηνών, βουλευτής), Όλγα Θέμελη (Παν. Κρήτης), Γρηγόρης Λάζος (Πάντειο πανεπιστήμιο).
15.30-17.00. Ελευθερία, ασφάλεια και αστυνομία: Ιδεολογία και πραγματικότητα. Συντονίστρια: Σία Αναγνωστοπούλου. Ομιλητές: Έλλη Συμεωνίδου-Καστανίδου (ΑΠΘ), Νίκος Παρασκευόπουλος (ΑΠΘ), Σοφία Βιδάλη (ΔΠΘ).
17.00-20.00. Στρογγυλό τραπέζι: Για μια δημοκρατική αστυνομία: Η προσέγγιση της Αριστεράς: Αριστείδης Μπαλτάς (ΕΜΠ, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς), Βασιλική Κατριβάνου (βουλευτής), Τάσος Μαυρόπουλος (Τμήμα Σωμάτων Ασφαλείας ΣΥΡΙΖΑ), Μάνια Μπαρσέφσκι (Π.Γ. ΣΥΡΙΖΑ), Δημήτρης Τσουκαλάς (βουλευτής).