ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΚΟΥΤΕΝΤΑΚΗ*
Μια ευρέως διαδεδομένη ερμηνεία της ελληνικής κρίσης εστιάζει στο «διεφθαρμένο και ανίκανο πολιτικό προσωπικό» που κυβερνάει τη χώρα από καταβολής του ελληνικού κράτους. Η άποψη που επικρατεί είναι πως παραδοσιακά τη χώρα κυβερνούν πολιτικές ελίτ χαμηλής πνευματικής και ηθικής στάθμης που ενδιαφέρονται αποκλειστικά για τα συμφέροντα του στενού τους κύκλου και την αποκατάσταση των απογόνων τους και ελάχιστα έως καθόλου για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού.
Μια τέτοια πολιτική ηγεσία είναι αναμενόμενο να αντιμετωπίζει το κράτος σαν προσωπικό τσιφλίκι και μηχανισμό εξυπηρετήσεων και φυσικά ήταν ανίκανη να διαχειριστεί αποτελεσματικά τα δημοσιονομικά της χώρας, την οποία εν τέλει οδήγησε στη χρεοκοπία.
Η παραπάνω άποψη έχει εκφραστεί κατά καιρούς (με κομψότερη διατύπωση φυσικά) από διάφορους αναλυτές και αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Πέρα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς, η αλήθεια είναι πως προσφέρει μια ισχυρή ηθική νομιμοποίηση της μνημονιακής λιτότητας.
Εφόσον το εν λόγω «διεφθαρμένο και ανίκανο πολιτικό προσωπικό» δεν επιβλήθηκε διά της βίας αλλά προέκυψε με καθ' όλα νόμιμες εκλογικές διαδικασίες, ο ελληνικός λαός που το ψήφισε φέρει ακέραια την ευθύνη της ψήφου του. Αφού λοιπόν επέλεξε δημοκρατικά τέτοιους πολιτικούς εκπροσώπους που κατάφεραν να χρεοκοπήσουν τη χώρα, δεν δικαιούται να διαμαρτύρεται για τις συνέπειες των επιλογών του. Θα πρέπει να τις υποστεί με αυστηρότητα ώστε να πάρει το μάθημα και από εδώ και πέρα να προσέχει τι ψηφίζει.
Όμως το μάθημα ηθικής διαπαιδαγώγησης κάπου μπάζει, ειδικά όταν αυτός που κουνάει διδακτικά το δάκτυλο είναι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας και κυρίως οι Γερμανοί, αφού το «διεφθαρμένο και ανίκανο πολιτικό προσωπικό» δρούσε επί δεκαετίες σε αγαστή συνεργασία μαζί τους. Ας μην ξεχνάμε πρώτα απ' όλα ότι με τη δική τους έγκριση η Ελλάδα συντηρούσε μια ψευδή δημοσιονομική εικόνα που της επέτρεψε να ενταχθεί στην Ευρωζώνη και να δανείζεται με περίπου ίδια επιτόκια με τη Γερμανία.
Όμως, πώς ακούγονται οι γερμανικές επιπλήξεις για την ελληνική διαφθορά όταν η δική τους Siemens μοίραζε μίζες σε Έλληνες πολιτικούς για να παίρνει δουλειές και οι ίδιοι έχουν προσφέρει ένα ιδιότυπο πολιτικό άσυλο στον κύριο Χριστοφοράκο; Ακόμα πιο ειρωνικό είναι το κήρυγμά τους για τη φοροδιαφυγή όταν, όπως μάθαμε πρόσφατα, η δική τους Hochtief -η εταιρεία που έχτισε και εκμεταλλεύεται το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος- χρωστάει φόρους 600 εκατομμυρίων ευρώ στο ελληνικό κράτος.
Όμως η συνενοχή τους κορυφώθηκε όταν ήρθε η ώρα της κρίσης, το 2010, οπότε έσπευσαν να παρέχουν το πακέτο διάσωσης στην ελληνική κυβέρνηση δανείζοντας συνολικά στο «διεφθαρμένο και ανίκανο πολιτικό προσωπικό» περισσότερα από 200 δισ. ευρώ. Σε απόλυτη συνεργασία σχεδίασαν και υλοποίησαν ένα τερατώδες πρόγραμμα οικονομικής καταστροφής όχι μόνο κάνοντας τα στραβά μάτια στην τεράστια φοροδιαφυγή αλλά και λειτουργώντας ως μεσάζοντες αιτημάτων των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων.
Πολιτικά υπαγόρευσαν την εναλλαγή εξουσίας του 2011 και στις εκλογές του 2012 έκαναν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να προστατεύσουν αυτό το «διεφθαρμένο και ανίκανο πολιτικό προσωπικό». Υπονόμευσαν, τρομοκράτησαν και συκοφάντησαν τη μοναδική εναλλακτική λύση που είχε ο ελληνικός λαός ώστε να απαλλαγεί από το διεφθαρμένο και ανίκανο πολιτικό προσωπικό. Και τα κατάφεραν επιτυγχάνοντας μια κρίσιμη νίκη του «διεφθαρμένου και ανίκανου πολιτικού προσωπικού» επί του βασικού του αντιπάλου.
Με αυτά τα δεδομένα, έχει φτάσει πλέον ο καιρός να αναλάβουν και οι Ευρωπαίοι την ευθύνη των επιλογών τους. Όπως ακριβώς ο ελληνικός λαός πλήρωσε και εξακολουθεί να πληρώνει πανάκριβα τις πολιτικές του επιλογές, έτσι και οι Ευρωπαίοι θα πληρώσουν τις δικές τους. Ας τους γίνει ένα μάθημα ότι δεν πρέπει να δανείζουν και να στηρίζουν τόσο απλόχερα ένα «διεφθαρμένο και ανίκανο πολιτικό προσωπικό» γιατί κινδυνεύουν να χάσουν τα λεφτά τους. Καλό θα είναι να τους το υπενθυμίσει κανείς όταν αύριο - μεθαύριο θα βρεθούν απέναντι στην κυβέρνηση της Αριστεράς και θα αρνούνται τη συζήτηση για κούρεμα του χρέους.
* Ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης διδάσκει στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης