Του Τάσου Τρίκκα
Το ζήτημα των σχέσεων της Αριστεράς με την Εκκλησία και με τη θρησκεία γενικότερα ήρθε στο προσκήνιο της επικαιρότητας, με αφορμή τις επισκέψεις του Αλέξη Τσίπρα στο Άγιον Όρος και στο Βατικανό. Παρόλο που οι επισκέψεις θα έπρεπε να συζητηθούν με βάση τη βασική παράμετρο -την πολιτική, αφού ο Τσίπρας έγινε δεκτός από του συνομιλητές του ως (πιθανός) μελλοντικός πρωθυπουργός, κυρίως- το κέντρο βάρους της αντιμετώπισης των επισκέψεων μετατοπίσθηκε στη φιλοσοφική - ιδεολογική παράμετρο. Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν έλειψαν από το χώρο της Αριστεράς οι εκδηλώσεις κατάπληξης, αγανάκτησης και αυστηρής κριτικής. Ορισμένοι έκριναν ότι ήταν ασύμβατη με την ιδεολογική ταυτότητα του προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, η μετάβασή του στους "Ιερούς Τόπους". Έσπευσαν να θέσουν επί το έργον την αντιθρησκευτική, αντικληρικιστική, αθεϊστική σκευή μιας "παλαιόπιστης" (ο όρος είναι εκκλησιαστικός) Αριστεράς, στραμμένης προς το παρελθόν. Αλλά και το κρατικό επιτελείο, έτοιμο πάντα να επιτεθεί στον ΣΥΡΙΖΑ, άδραξε την ευκαιρία με την προπαγάνδα του, για να εκφράσει αφελείς "απορίες" και να προσφέρει βολικές "ερμηνείες" του αναπάντεχου γεγονότος.
Καλά το κυβερνητικό στρατόπεδο, οι σύμμαχοί του και οι εφεδρείες τους - τη δουλειά τους κάνουν. Τι γίνεται όμως με εκείνους τους αριστερούς, που αισθάνονται υποχρεωμένοι να προστατεύσουν την "ιδεολογική καθαρότητα" του ΣΥΡΙΖΑ, με μια ανέξοδη επίδειξη μαχητικού αντιθρησκευτικού και αντικληρικιστικού πνεύματος; Πότε επιτέλους θα απαλλαγεί η Αριστερά -η δική μας σύγχρονη, ριζοσπαστική Αριστερά- από τη σκουριά εκείνων των "δογμάτων", που εντάχθηκαν στο ιδεολογικό της οπλοστάσιο είτε εξ ανάγκης, σε συγκεκριμένες περιστάσεις συγκρούσεων, είτε με ενέργειες μιας νομενκλατούρας, που επιδίωκε να διασφαλίσει τη νομή της εσωκομματικής εξουσίας, είτε τέλος από πνευματική αδράνεια, που επέτρεψε να καλλιεργηθούν ορισμένα έωλα ιδεολογήματα, που βασίζονται σε παρανόηση και σε παρερμηνείες των ιδεών των κλασικών του Μαρξισμού;
Να υπενθυμίσουμε, κατ' αρχήν, ότι το πνεύμα της αντιθρησκευτικότητας ήρθε στο εργατικό, σοσιαλιστικό κίνημα "απ' έξω". Υπήρξε γέννημα και θρέμμα της ανερχόμενης αστικής τάξης, που συγκρούστηκε με το κλήρο κατά τη Γαλλική Επανάσταση. Τροφοδοτήθηκε στη συνέχεια από την Ιερά Εξέταση, από την ένταξη του ισπανικού κλήρου στις δυνάμεις του Φράνκο, από την ενεργό υποστήριξη του Τσαρισμού από την επίσημη Εκκλησία στην προεπαναστατική Ρωσία. Άλλες, όμως, ήταν οι καταβολές του Χριστιανισμού. Τα Ευαγγέλια βρίθουν από αφηγήσεις που δείχνουν τον Ιησού να βρίσκεται στο πλευρό των φτωχών, των αδικημένων, των "περιθωριακών". Να καταδικάζει τους πλούσιους, που "δεν μπορούν να εισέλθουν στη Βασιλεία των Ουρανών". Να παίρνει το φραγγέλιο για να διώξει από τον ναό τους αργυραμοιβούς, τους "τραπεζίτες" της εποχής. Ακολουθούν οι πρωτοχριστιανικές εκκλησίες, στους δύο πρώτους αιώνες της χρονολογίας μας, με τη συμβίωση, την αλληλεγγύη, την κοινοκτημοσύνη, τα ομαδικά "γεύματα αγάπης": "Τού δέ πλήθους τών πιστευσάντων ήν η καρδία καί η ψυχή μία, καί ουδέ είς τι τών υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον είναι, αλλ' ήν αυτοίς άπαντα κοινά... Ουδέ γάρ ενδεής τις υπήρχεν εν αυτοίς· όσοι γάρ κτήτορες χωρίων ή οικιών υπήρχον, πωλούντες έφερον τάς τιμάς τών πιπρασκομένων... διεδίδετο δέ εκάστω καθότι αν τις χρείαν είχεν..." (Πράξεις Αποστόλων, Δ' 32-35). Στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του...
Στη μετακωνσταντίνειο εποχή τα πράγματα αλλάζουν. Η πολυεθνική Αυτοκρατορία οικειοποιείται τον Χριστιανισμό, που είχε στο μεταξύ εξαπλωθεί στον πληθυσμό της, για να τον χρησιμοποιήσει ως συνεκτικό ιστό, ως κρατική ιδεολογία, μεταλλάσσοντας το περιεχόμενό του. Δεν είναι εύκολο, αλλά ως ένα βαθμό το επιτυγχάνει. Η Εκκλησία γίνεται Ιδεολογικός Μηχανισμός του Κράτους, (Αλτουσέρ) στήριγμα της εξουσίας. Υπάρχει όμως και ο άλλος πόλος. Η Χριστιανική πίστη αποτελεί ταυτόχρονα όχημα κοινωνικής κριτικής, "ιδεολογία" λαϊκής διαμαρτυρίας.
"Η θρησκευτική εξαθλίωση είναι, κατά ένα μέρος, η έκφραση της αθλιότητας της πραγματικότητας και κατά ένα άλλο μέρος, η διαμαρτυρία εναντίον αυτής της αθλιότητας. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του ταλαιπωρημένου πλάσματος, η καρδιά ενός κόσμου χωρίς καρδιά, το πνεύμα των καιρών που στερούνται πνεύματος. Είναι το όπιο του λαού..." (Κ. Μαρξ, Κριτική της Χεγκελιανής φιλοσοφίας του δικαίου).
Αποσπασμένη από τα συμφραζόμενα και από το συνολικό κείμενο, η τελευταία ρήση του Μαρξ έγινε το αντικείμενο μιας (συνήθους) επιλεκτικής χρήσης των ιδεών των κλασικών και οργανικό τμήμα του "δόγματος", στο οποίο "πάγωσαν" τα σοβιετικά φιλοσοφικά εγχειρίδια τη διαλεκτική ένταση αυτών των ιδεών. Η ακρωτηριασμένη ρήση ρίζωσε και "κρατάει" ώς τις μέρες μας. Ο κομμουνιστής, ο αριστερός, πρέπει να είναι εχθρός της θρησκείας. Αλλά ο Μαρξ δεν ήταν. Εξέτασε το θρησκευτικό φαινόμενο μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο χώρου και χρόνου. Και άσκησε κριτική στη θρησκευτική συνείδηση.
Η δισημία του Χριστιανισμού (διαμαρτυρία-υποταγή) αποτελεί τη δραματική του αντίφαση. Οι δύο "πόλοι" με τη διαλεκτική ένταση που τους χαρακτηρίζουν, μεταβάλλουν κάθε φορά το διακύβευμα σε μια σχέση ηγεμονίας, που δεν είναι στατική. Από τη μια μεριά, η θρησκεία χρησιμοποιείται ως μέσο καθυπόταξης των υποτελών τάξεων. Από την άλλη, διαμορφώνεται σε εν δυνάμει κίνητρο για την "τελείωση" του ανθρώπου, που πλάσθηκε "καθ' εικόνα και ομοίωση" του Θεού, "τελείωση" που θα επέλθει μέσα σε μια άλλη, ριζικά διαφορετική κοινωνία (τη "Βασιλεία Των Ουρανών"). Και οι δύο "πόλοι" γίνονται μέρος της κοινωνικής, ταξικής πάλης.
Ο Γερμανός μαρξιστής φιλόσοφος Ernst Bloch -ο "φιλόσοφος της ελπίδας"- αποκάλεσε το Ευαγγέλιο "μήτρα των επαναστατικών ουτοπιών και όχι των συντηρητικών ιδεολογιών". "Η συμμαχία που πραγματοποιήθηκε στον Πόλεμο των Χωρικών στη Γερμανία, τον 16ο αιώνα, (θρησκευτικό κίνημα των Αναβαπτιστών και κοινωνική-πολιτική εξέγερση, συνάμα, με ηγέτη τον Τόμας Μύνστερ", γράφει ο Bloch, "συμμαχία ανάμεσα στην επανάσταση και τον Χριστιανισμό, δεν θα είναι η τελευταία". Και όσον αφορά τα "καθ' ημάς", έχουμε νωρίτερα μάλιστα, τον 14ο αιώνα, μια παρόμοια συμμαχία, τους Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης. "Με τη στάση των Ζηλωτών", το οποίο κατά την επίσημη Ιστορία αφορούσε το ζήτημα των Ησυχαστών "συνδέθηκαν οραματισμοί για ριζική κοινωνική αλλαγή, οικονομική αναβάθμιση και κοινωνική αναδιάρθρωση. Πρόκειται, όπως βεβαιώνουν τα πράγματα, για έκρηξη πρωτοχριστιανικής κοινοκτημοσύνης ή έστω κοινοχρησίας, εναντίον της αυξάνουσας κοινωνικής ανισότητας, λόγω της συγκεντρώσεως γης και πλούτου" σημειώνει ο πρωτοπρεσβύτερος Γ. Μεταλληνός.
Όσο τα "καθ' ημάς", να υπογραμμίσουμε ότι η σύγκρουση με τον μητροπολίτη Άνθιμο, τους ομοίους του και γενικά με τον εξουσιαστικό, σκοταδιστικό λόγο μεγάλης μερίδας της "Διοικούσης Εκκλησίας" όχι μόνον δεν αποτελεί αντικληρικισμό, αλλά επιβάλλεται να πραγματοποιείται με επιμονή και συνέχεια. Όπως επιβάλλεται και ο χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους χωρίς άλλη καθυστέρηση. Χωρισμός που δεν αφορά τον Σταυρό, η οριζόντια διάσταση του οποίου σηματοδοτεί δεσμό κοινωνίας αλληλεγγύης και αγάπης ανάμεσα στους ανθρώπους, πιστεύοντες και μη πιστεύοντες.