1974-2014: Συγκριτική ανάλυση
Ας δούμε κάποια ενδεικτικά ζητήματα:
α) Το 1974, το ΠΑΣΟΚ ξεκινά την πορεία του προς την εξουσία καβαλώντας ένα κύμα «δημοκρατικού ενθουσιασμού» που ωθεί στην πολιτική ένταξη μέσα από ποικίλες συλλογικές μορφές. Η κριτική στη νεφελώδη ρητορική του είναι ανίσχυρη να αντιπαρατεθεί στην ενεργό κοινωνική ζήτηση για την έξοδο από τη συντηρητική κυριαρχία και για μια δημοκρατική αναθεμελίωση της πολιτικής. Αντίθετα, η αντίστοιχη πορεία του ΣΥΡΙΖΑ συντελείται σ' ένα τραχύ κοινωνικο-πολιτικό έδαφος. Η βαθιά απαξίωση της πολιτικής και των θεσμών της έχει οδηγήσει την πλειοψηφία των πολιτών στην απόρριψη της πολιτικής συμμετοχής. Η κοινωνία στρέφεται προς τον ΣΥΡΙΖΑ κυρίως για να αμυνθεί και να αποτρέψει την παραπέρα καταστροφή της και λιγότερο για να «επιτεθεί» σ' ένα αύριο προσδοκιών. Η σχέση με τον κόσμο, προκειμένου να συγκροτηθεί μια ανθεκτική πλειοψηφική συσπείρωση, θα είναι μια σχέση δύσκολη, απαιτητική, υπό διαρκή κριτικό αναστοχασμό. Απέναντι στην έκπτωση της πολιτικής σε άσκηση καιροσκοπικών ελιγμών, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υποχρεωμένος να λειτουργεί ως αντιπαράδειγμα, εμμένοντας στα θεμελιώδη του διακυβεύματα και τις κοινωνικές του προτεραιότητες. Καμιά βεβαιότητα δεν υπάρχει ότι η πολιτική εξουσία θα κατακτηθεί με μια σειρά εκρήξεων της εκλογικής του επιρροής.
β) Από το 1974, το ΠΑΣΟΚ αρχίζει να συγκροτεί έναν ηγεμονικό συνασπισμό εξουσίας. Το βασικό του «εργαλείο» είναι ένας άνευ ορίων πολυσυλλεκτισμός, προγραμματικά και αξιακά ασπόνδυλος και ρευστός. Η περιγραφική ασάφεια ως προς τα στρατηγικά διακυβεύματα και τις ταξικές- κοινωνικές δεσμεύσεις καλύπτεται από (αλλά και επιτρέπει) τον τακτικισμό του ηγέτη. Και εδώ βρίσκονται οι ρίζες των οβιδιακών του μεταμορφώσεων και της τελικής, νεοφιλελεύθερης μετάλλαξής του. Για τον ΣΥΡΙΖΑ το ζήτημα τίθεται με ριζικά διαφορετικό τρόπο. Η ηγεμονία, ως συνεκτική ενότητα του οικονομικού, ιδεολογικού και πολιτικού επιπέδου, δεν μπορεί να παρακάμψει την ταξικότητα ως βάση εκκίνησης. Την προϋποθέτει. Μεταξύ ταξικότητας και ηγεμονίας θα υπάρχει πάντα μια διαλεκτική ένταση, η οποία θα «λύεται» (ή όχι) στο πλαίσιο του Πολιτικού Σχεδίου. Ποια πρέπει να είναι η επιλογή αν οι συνθήκες οδηγούν στη «ρεαλιστική» λύση ενός πολιτικού μετώπου, χαλαρού πολιτικά και προγραμματικά; H απάντηση απαιτεί τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια. Πρώτον, ένα τέτοιο μέτωπο δεν ταυτίζεται με τον νέο συνασπισμό εξουσίας. Υπό προϋποθέσεις, μπορεί να αποτελέσει πρώτη ύλη και πρόπλασμα. Δεύτερον, πρέπει να εκτιμηθεί αν αυτό το μέτωπο θα ενισχύσει την κοινωνική συσπείρωση που έχει επιτευχθεί γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ ή θα την αποδιαρθρώσει. Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί, αγνοώντας την κοινωνία - έστω και στο όνομά της.
γ) Φτάνουμε έτσι σ' ένα κρίσιμο ζήτημα - αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «η πολιτική μοναξιά» του ΣΥΡΙΖΑ. Το φαινόμενο αφορά και το ΠΑΣΟΚ τού τότε. Το ΠΑΣΟΚ απορρίπτει εξ αρχής κάθε ιδέα πολιτικής συμμαχίας με την Αριστερά, η στρατηγική της αυτοδυναμίας είναι μια επιθετική στρατηγική με στόχο να συρρικνώσει την πολιτική της επιρροή και να εκφράσει το ίδιο, μονοκομματικά, την προοδευτική κοινωνική δυναμική. Αλλά εδώ έχουμε μια «μοναξιά» πολυτελείας: Η ανοχή και η στήριξη των κομμάτων της Αριστεράς είναι δεδομένη, όπως και μεγάλου τμήματος των οικονομικών και διοικητικών ελίτ. Με τον ΣΥΡΙΖΑ τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά: Η αυτονόητα αδιάλλακτη αντιπαράθεση προς τα Μνημόνια της καταστροφής οδήγησε στη συγκρότηση ενός αντίπαλου μπλοκ, πολιτικού και ιδεολογικού, στο οποίο εντάχθηκαν με φανατικό ζήλο κεντροαριστεροί κάθε απόχρωσης. Και του οποίου ο διακηρυγμένος πολιτικός στόχος είναι η αποτροπή της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολιτικά μόνος επειδή αρνείται να ενταχθεί στη νεοφιλελεύθερη συναίνεση και επειδή η αντίληψή του για την έξοδο από την κρίση είναι πιο προωθημένη από την οπτική ενός αναχρονιστικού ρεφορμισμού. Η αυτοδυναμία είναι ασύμβατη με τη στρατηγική του. Μοιάζει όμως να του «επιβάλλεται» ως αναγκαστικό ενδεχόμενο.
Πώς απαντά λοιπόν κανείς στο ερώτημα των πολιτικών συμμαχιών στη συγκεκριμένη συγκυρία; Kατ' αρχάς, απαντά όταν το ζήτημα τεθεί με πραγματικούς όρους. Επίσης αφού εξαντληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια να αυξήσει ο ΣΥΡΙΖΑ την πολιτική του επιρροή στην κοινωνία. Και αφού απαντηθεί πρώτα ένα ερώτημα που προηγείται: Προσφέρονται σήμερα οι υπαρκτές πολιτικές δυνάμεις για ένα προωθητικό συμβιβασμό πού δεν θα ακυρώνει το έργο της κοινωνικής ανασυγκρότησης, με προτεραιότητα τα συμφέροντα του κόσμου της μισθωτής εργασίας και των ανέργων, ή θα έπρεπε να παρακαμφθούν συνολικά ώστε να προκληθεί μια σαρωτική ανασύνθεση του πολιτικού - κομματικού συστήματος;
Δεν είναι εύκολες οι απαντήσεις και το πολιτικό ρίσκο δεν μπορεί να αποφευχθεί. Ας μπούν τουλάχιστον τα ερωτήματα σε μια σειρά και ας κληθεί εγκαίρως ο κόσμος της ριζοσπαστικής Αριστεράς να γνωμοδοτήσει. Είναι όμως μάλλον βέβαιο ότι η επαναφορά στο παρόν υποδειγμάτων που έκλεισαν τον ιστορικό τους κύκλο θα είναι τραγέλαφος.
* Πρόκειται για το δεύτερο μέρος του άρθρου. Το πρώτο δημοσιεύτηκε την Κυριακή.