Την τοποθέτηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε σχέση με το ζήτημα των πλειστηριασμών της πρώτης κατοικίας ζήτησε, με ερώτηση του προς αυτή, ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Δημήτρης Παπαδημούλης. Σημειώνεται ότι από την 1 Ιανουαρίου 2015 αίρεται η προστασία της πρώτης κατοικίας για τους δανειολήπτες που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές.
Στην ερώτηση του, ο Δ. Παπαδημούλης επεσήμανε πως το πρόβλημα των "κόκκινων δανείων" των τραπεζών αφορά το 1/3 των συνολικών δανείων και αντιστοιχεί σε 77 δισ. ευρώ. Τόνισε δε ότι από το 2008 οι ελληνικές τράπεζες έχουν λάβει βοήθεια περίπου 200 δισ. και έχουν υπέρμετρες εξουσίες στην περιουσία των δανειοληπτών και, την ίδια στιγμή, έχουν μειώσει τις χορηγήσεις και εμφανίζουν κερδοφορία.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Δ. Παπαδημούλης ρώτησε την Κομισιόν αν "θεωρεί επιτυχημένες τις, μέχρι τώρα, διαδικασίες ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, με δεδομένη τη μείωση των χορηγήσεων, την αύξηση των 'κόκκινων δανείων' και την ταυτόχρονη εμφάνιση σημαντικής κερδοφορίας για τους τραπεζίτες". Επιπλέον, ρώτησε για τη θέση της τρόικας στις διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση, σε σχέση με την άρση αναστολής πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας οφειλετών, αλλά και το πώς θα έκρινε πιθανή χρήση κεφαλαίων του ΤΧΣ για τη διαγραφή χρεών κοινωνικά αδύναμων ομάδων, π.χ. ανέργων, με δεδομένο ότι κάτι τέτοιο θα είχε θετική επίδραση στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών.
Τόνωση της ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών
Εξάλλου, ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κατέθεσε ερώτηση στον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι σχετικά με το αν οι ελληνικές τράπεζες θα συμμετάσχουν στο νέο πρόγραμμα παροχής ρευστότητας της ΕΚΤ, ύψους 800 δισ., που ανακοινώθηκε στις 5 Ιουνίου 2014. Σημειώνεται ότι, με βάση τα κριτήρια επιλεξιμότητας του προγράμματος, η χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα των ελληνικών τραπεζών πιθανόν να εμποδίσει την πρόσβασή τους στη ρευστότητα και κατ' επέκταση, στη διοχέτευσή της στην πραγματική οικονομία.
Ο Δ. Παπαδημούλης ρώτησε τον κ. Ντράγκι αν (και πώς) η ΕΚΤ σκοπεύει να αλλάξει τους κανόνες επιλεξιμότητας, ώστε να επωφεληθούν του προγράμματος χώρες όπως η Ελλάδα, που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση, και για το αν η ελαστικοποίηση των κανόνων θα συνοδεύεται από όρους για την οικονομική πολιτική της Ελλάδας και των ελληνικών τραπεζών.