«Έγινε μια θετική και ουσιαστική συζήτηση» (Δ. Βίτσας). «Σήμερα έγινε μια εποικοδομητική συζήτηση» (Θ. Θεοχαρόπουλος). Πρώτο δείγμα θετικόν, λοιπόν, σύμφωνα με τις δηλώσεις των γραμματέων των δύο κομμάτων, ενώ το ίδιο συμπέρασμα προέκυπτε και από το κλίμα κατά τη διάρκεια του 100λεπτου τετ-α-τετ των αντιπροσωπειών, χθες το μεσημέρι στα γραφεία της ΔΗΜ.ΑΡ. Δηλωτική του κλίματος, η ανανέωση του ραντεβού και αφού ενημερωθούν τα όργανα των δύο κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Προαπαιτούμενα δεν τέθηκαν από καμία πλευρά. Υπήρχε άλλωστε το πλαίσιο των δύο επιστολών (Τσίπρα και Κουβέλη). Πάντως η αντιπροσωπεία του ΣΥΡΙΖΑ έθεσε ξεκάθαρα τα κυρίαρχα κατά την άποψή της θέματα: Να φύγει η συγκυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου, να σταματήσει η μνημονιακή πολιτική, να γίνουν εκλογές το ταχύτερο δυνατόν. Συναφές με τα παραπάνω είναι η μη εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας (εκείνου δηλαδή που θα προτείνει η σημερινή κυβέρνηση). Ενώ και με το βλέμμα στην επόμενη μέρα, η αξιωματική αντιπολίτευση διεκδικεί τη συγκρότηση ενός κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού, με εναλλακτικό κυβερνητικό πρόγραμμα. Τέλος, η αντιπροσωπεία του ΣΥΡΙΖΑ -σε συνέχεια όσων έχει διαμηνύσει ο Αλέξης Τσίπρας τόσο στην επιστολή του προς τον Φώτη Κουβέλη όσο και με άλλες αφορμές- κατέστησε σαφές ότι στα σενάρια περί Κεντροαριστεράς δεν μετέχει. Πόσο μάλλον που οι φορείς που συμμετέχουν στην προσπάθεια ανασυγκρότησής της εκ των πραγμάτων δρουν ως ανάχωμα ανατροπής της παρούσας πολιτικής αλλά και κυβέρνησης.
Από τη δική της πλευρά, η ΔΗΜ.ΑΡ. επιμένει στη δημιουργία εναλλακτικού προοδευτικού πόλου, με αντίστοιχη πρόταση εξόδου από την κρίση, και στο οποίο σχέδιο δεν χωρά η Ν.Δ... Τον ΣΥΡΙΖΑ στη συνάντηση εκπροσώπησαν οι Δημήτρης Βίτσας, γραμματέας της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστας Πουλάκης, μέλος της Π.Γ., και Χρήστος Στάικος, μέλος της Κ.Ε. Εκ μέρους της ΔΗΜ.ΑΡ., στη συνάντηση συμμετείχαν οι Θανάσης Θεοχαρόπουλος, γραμματέας της Κ.Ε., Δημήτρης Αναγνωστάκης, γραμματέας της Κ.Ο., και ο Στέφανος Μανίκας, μέλος του Συντονιστικού της Προοδευτικής Συνεργασίας.
Οι δηλώσεις
Αμέσως μετά τη συνάντηση, στη δήλωσή του ο Δ. Βίτσας αξιολόγησε τη συζήτηση ως «θετική και ουσιαστική», που θα μεταφερθεί «στα όργανα των αντίστοιχων κομμάτων, τα οποία θα αναλάβουν τις παραπέρα πρωτοβουλίες. Από τη μεριά μας, ως ΣΥΡΙΖΑ, συζητήσαμε εξαντλητικά σε ορισμένες περιπτώσεις και τα 12 σημεία που έβαλε ο πρόεδρος της ΔΗΜ.ΑΡ. Φώτης Κουβέλης, όπως και τα 9 σημεία που έθιξε ο σύντροφος Αλέξης Τσίπρας στη δικιά του την επιστολή.
Επισημάναμε ότι για μας το βασικό ζήτημα, το κυρίαρχο ζήτημα είναι να σταματήσει αυτή η πολιτική της μνημονιακής κυβέρνησης Σαμαρά - Βενιζέλου και να προχωρήσουμε με δημοκρατικό δρόμο και αυτό το πράγμα σημαίνει όσο το δυνατόν ταχύτερα και με όλους τους τρόπους προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία».
Σύμφωνα με την προσέγγιση του ΣΥΡΙΖΑ και του γραμματέα του, είναι «απαραίτητο σε αυτή τη λογική» να συγκροτηθεί «ένας μεγάλος κοινωνικοπολιτικός συνασπισμός, ο οποίος θα δοκιμαστεί και θα παράσχει εγγυήσεις για την κυβερνητική πλέον πορεία, πάνω στα συγκεκριμένα μέτωπα, όπως οι αιγιαλοί, τα δάση, το ασφαλιστικό, οι περικοπές συντάξεων και τα ζητήματα Δημοκρατίας».
Όμως, «όσον αφορά τα σενάρια τα οποία προσπαθούν να αναπαραγάγουν εξουσιαστικούς μηχανισμούς και πρόσωπα, όπως και να διαμορφώσουν αναχώματα σε ένα κοινωνικό κύμα ανατροπής, αυτά, όπως είναι φυσικό, δεν αφορούν τον ΣΥΡΙΖΑ», σημείωσε με έμφαση ο Δ. Βίτσας για να καταλήξει με την υπόσχεση, «ο ΣΥΡΙΖΑ θα προσπαθήσει και θα προχωρήσει την επιτυχημένη του πορεία έχοντας σαν στόχο και προσανατολισμό τις κοινωνικές ανάγκες, τις ανάγκες του ελληνικού λαού και τις αναγκαίες αλλαγές σε επίπεδο Ε.Ε. και Ευρωζώνης».
Από την πλευρά του, ο Θ. Θεοχαρόπουλος, αφού αναφέρθηκε και αυτός στις δύο επιστολές, κατέθεσε τον δικό του απολογισμό για τη συνάντηση: «Υπήρξαν σημεία στα οποία υπήρξε συμφωνία και άλλα που χρειάζονται μεγαλύτερη επεξεργασία. Η Δημοκρατική Αριστερά θα συνεχίσει τον διάλογο για την Κεντροαριστερά και την προοδευτική διακυβέρνηση της χώρας. Δεν τέθηκαν προαπαιτούμενα για την έναρξη του διαλόγου.
Από την πλευρά μας τονίσαμε τις θέσεις μας, μεταξύ των οποίων την αδιαπραγμάτευτη θέση μας για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την παραμονή στο ευρώ. Σε κάθε περίπτωση θα ενημερώσουμε τα αρμόδια όργανα του κόμματός μας και θα υπάρξει επεξεργασία με στόχο μια νέα συνάντηση, που θα γίνει το επόμενο χρονικό διάστημα».