Τα αποτελέσματα των δύο εκλογικών αναμετρήσεων 18 και 25/5 επιδέχονται πολλών ερμηνειών. Το ποτήρι είναι και μισογεμάτο (εμπέδωση του ποσοστού του Ιουνίου 2012, πρώτη θέση ευρωεκλογών, νίκη Περιφέρειας Αττικής κ.ά.), αλλά είναι και μισοάδειο (απώλεια 140.000 ψήφων από το 2012, μη επίτευξη της «ανατροπής» που θα δρομολογούσε άμεσες πολιτικές εξελίξεις κ.ά.). Όμως ο στόχος αυτού του άρθρου είναι να εντοπίσει την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ στον αγροτικό χώρο (στις εκτός Αττικής Περιφέρειες).
Είναι φανερό ότι τα εκλογικά αποτελέσματα στον α' γύρο των Περιφερειών υπολείπονται σημαντικά και συστηματικά των ευρωεκλογών, εξαιρώντας φυσικά το λεκανοπέδιο της Αττικής. Επιλέξαμε έξι Περιφέρειες με έντονο το αγροτικό στοιχείο, από τις οποίες προκύπτουν τα εξής δεδομένα:
Βλέπουμε ότι το δείγμα είναι αντιπροσωπευτικό, καθώς το σύνολο αυτών των έξι (που αθροίζει λίγο περισσότερο από το ένα τρίτο των ψήφων της επικράτειας) δίνει ποσοστό ευρωεκλογών 27,80% έναντι 26,58% του πανελλαδικού.
Μπορεί κανείς να επικαλεστεί διάφορες ερμηνείες (π.χ. λαθεμένες επιλογές προσώπων ή άλλοι «τεχνικοί» παράγοντες), όμως εδώ θα διατυπώσω την πρώτη και βασική υπόθεση αυτού του άρθρου:
Στις ευρωεκλογές κυριάρχησε το καθαρά πολιτικό κριτήριο, ενώ τα χαμηλά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ στις εκτός Αττικής Περιφέρειες οφείλονται κυρίως στην ισχνή παρουσία του στον αγροτικό χώρο. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι σημερινό του ΣΥΡΙΖΑ, το «κουβαλάνε» ιστορικά όλες οι συνιστώσες του, αλλά και η Αριστερά γενικά μεταπολεμικά. Θα ήταν όμως μάλλον απλοϊκό (και λάθος) να πει κανείς ότι κόσμος στην ύπαιθρο είναι «δεξιός».
Ποια είναι τα αίτια και γιατί το αποτέλεσμα είναι μικρότερο στις περιφερειακές από τις ευρωεκλογές κατά σχεδόν δέκα (9,83) ποσοστιαίες μονάδες ή κατά 44,2% αν συγκρίνουμε αριθμούς ψήφων;
Επιτρέψτε μου κατ' αρχάς να δώσω με λίγους αριθμούς τη σημασία του αγροτικού τομέα στην Ελλάδα σήμερα:
* Στον πρωτογενή τομέα απασχολούνται 507.000 άτομα, δηλαδή το 12,4% του συνόλου.
* Το εργατικό δυναμικό ανέρχεται σε 1.133.000 άτομα.
* Η απασχόληση στις κυρίως αγροτικές περιοχές αντιστοιχεί στο 41% της πανελλαδικής.
* Η έκταση των κυρίως αγροτικών περιοχών καλύπτει το 82%, με πληθυσμό το 43% της επικράτειας.
* Η αξία προϊόντος γεωργικού τομέα (τρέχουσες τιμές 2012) ισούται με 10,8 δισ. ευρώ, ενώ η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) σε 5,1 δισ.
* Η ΑΠΑ των κυρίως αγροτικών περιοχών ανέρχεται στο 34% της συνολικής.
* Το μερίδιο των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων καλύπτει το 17,5% των συνολικών, και μαζί με τα τρόφιμα και ποτά φτάνει το 26,8% (2012).
* Το εμπορικό ισοζύγιο επιδεινώνεται συνεχώς, κυρίως λόγω κτηνοτροφικών προϊόντων, και είναι αρνητικό περί τα 2 δισ.
Την πρωτογενή παραγωγή θα πρέπει να την επεκτείνουμε συμπεριλαμβάνοντας και τη δευτερογενή με τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών. Η βαρύτητα αυτής είναι προφανής:
* Έχει την 1η θέση μεταξύ όλων των κλάδων μεταποίησης σε ό,τι αφορά την απασχόληση, αποτελώντας τον μεγαλύτερο εργοδότη (με 20-25%).
* Στην αξία παραγωγής έχει την 1η θέση με 20%.
* Στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία έχει την 1η θέση με 35%.
* Στον Κύκλο Εργασιών έχει την 2η θέση με 25%.
* Στον αριθμό των επιχειρήσεων έχει την 1η θέση με 20% (εκ των οποίων το 95% συγκαταλέγεται στις πολύ μικρές).
Ο αγροτικός τομέας, λοιπόν, δεν είναι μόνον ο πρωτογενής τομέας, αλλά έχει καθοριστική συμβολή και στον δευτερογενή τομέα με τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών, ενώ συμμετέχει και στον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών (γεωπόνοι, κτηνίατροι, έμποροι κ.ά.).
Ανέφερα τα παραπάνω για να (απο)δείξω ότι ο αγροτικός τομέας δεν είναι μόνο μια μεγάλη δεξαμενή ψήφων (από την οποία επί δεκαετίες αντλούν προνομιακά από τη Δεξιά του Λαϊκού Συναγερμού μέχρι το ΠΑΣΟΚ) αλλά είναι και βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας. Άρα της «παραγωγικής ανασυγκρότησης», όπως τουλάχιστον την έχει εξαγγείλει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Η «παραγωγική ανασυγκρότηση» αποτελεί ένα πολύ όμορφα διατυπωμένο σύνθημα που απαιτεί περιεχόμενο και συγκεκριμένα μέτρα. Άλλωστε και η «επανίδρυση του κράτους» του Κ. Καραμανλή ήταν όμορφο σύνθημα, που όμως έμεινε κενό περιεχομένου. Αξίζει να επισημάνουμε ότι η αποτυχία στοιχειωδών μεταρρυθμίσεων διευκόλυνε να καλλιεργηθούν τα νεοφιλελεύθερα ισοπεδωτικά ιδεολογήματα κατά του δημόσιου τομέα, οι κοινωνικοί αυτοματισμοί, άρα και η επιβολή των Μνημονίων από τρόικα και ελληνικές κυβερνήσεις.
Η «παραγωγική ανασυγκρότηση» απαιτεί να στραφεί ο ΣΥΡΙΖΑ (δηλαδή οι οργανώσεις του) στην κοινωνία που εργάζεται, επιχειρεί και παράγει. Να διατυπώσει συγκεκριμένες θέσεις με οδικούς χάρτες όχι μόνο διεκδικήσεων αλλά και άμεσης κυβερνητικής πολιτικής. Αυτό έχει απελπιστικά καθυστερήσει, ειδικά στον αγροτικό τομέα.
Η «παραγωγική ανασυγκρότηση» αποτελεί το πρώτο απαραίτητο βήμα οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης για το χρέος. Αποτελεί και την απάντηση στο ερώτημα «πού θα βρει ο ΣΥΡΙΖΑ τα λεφτά για την κοινωνική πολιτική». Αποτελεί τη στέρεη βάση για τη δημιουργία πραγματικού πλεονάσματος σε σύγκριση με το σημερινό εικονικό των στατιστικών αλχημειών. Χωρίς παραγωγική ανασυγκρότηση και δημιουργία πραγματικού πλεονάσματος, όλες οι συζητήσεις για το ευρώ ή τη δραχμή, για τις τακτικές μεθόδους διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, για τις τραπεζικές αναδιαρθρώσεις κ.ο.κ. αποτελούν σε μεγάλο βαθμό ακαδημαϊκές συζητήσεις, που καλλιεργούν τα αισθήματα φόβου και αβεβαιότητας.
Mόνο πάνω σε αυτή τη βάση μπορούν να οικοδομηθούν οι απαραίτητες κοινωνικές συμμαχίες (ακόμη και με την «εθνική αστική τάξη», αν αυτή υπάρχει), οι οποίες σήμερα είναι η μόνη εφικτή απάντηση, καθώς με το υπάρχον πολιτικό σκηνικό οι πολιτικές συμμαχίες είναι μάλλον ανέφικτες.
Για να μη γίνει καμία παρεξήγηση ότι προτείνω την παραγωγική ανασυγκρότηση, και μάλιστα του αγροτικού τομέα, με το βλέμμα στραμμένο μόνο στις ψήφους που θα φέρει, θα πρέπει να σημειώσω ότι αυτή συνδέεται και με άλλες πολύ σημαντικές στρατηγικές επιδιώξεις.
Να ανακοπεί το ρεύμα προς την Αθήνα και τα μεγάλα αστικά κέντρα και να αναστραφεί προς την ύπαιθρο (σε συνδυασμό με κατάργηση του "Καλλικράτη" κ.ά.). Αυτό σημαίνει τεράστιες κοινωνικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Να υπάρξει μια δημιουργική άμυνα στον ισοπεδωτικό τουρισμό της τσιμεντοποίησης και του ξεπουλήματος της γης.
Να ενισχυθούν οι ευαίσθητες περιοχές στα σύνορα αλλά και στο Αιγαίο.
Έγραψα και παραπάνω για την «ισχνή παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ» που αντιστοιχεί και στις πολιτικές και οργανωτικές του αδυναμίες, τις οποίες δεν έχει νόημα να απαριθμήσω. Θα επισημάνω μόνο ότι το ευρωψηφοδέλτιο δεν είχε ούτε έναν αγρότη/γεωπόνο κ.λπ., ενώ η ΚΑΠ παραμένει η πιο σημαντική κοινή πολιτική, και για τη χώρα μας. Γι' αυτό ας προχωρήσουμε άμεσα σε διατύπωση θέσεων έστω και πρωτολειακά και στη συνέχεια διαρκώς να επικυρώνονται, να επικαιροποιούνται, να εξειδικεύονται, μέσα από συνέδρια, τοπικές ημερίδες, οργανωμένες επαφές με όλους τους επαγγελματικά εμπλεκόμενους, ανεξαρτήτως της πολιτικής/κομματικής τους θέσης.
Στη λογική όλων των παραπάνω, και για τη δεδομένη περίοδο που περνάει ο ΣΥΡΙΖΑ, πιστεύω ότι το κεντρικό σύνθημα που θα εξέφραζε καλύτερα όχι μόνο το σήμερα, αλλά και την αυριανή του προοπτική είναι η «Αναγέννηση» σαν συνέχεια της «Παραγωγικής Ανασυγκρότησης» με εξειδίκευση σε «Αγροτική Παραγωγική Αναγέννηση» (με μια καμπάνια «Τι παράγεις πατριώτη;»), σε Εργατική Παραγωγική Αναγέννηση» κ.ο.κ.
Αντίθετα, το σύνθημα της «Ανατροπής», όπως πιστεύω ότι αποδείχθηκε και στις εκλογές, ήταν διπλά λάθος. Πρώτον γιατί η «ανατροπή» έχει ενίοτε και μια αρνητική έννοια (ανατράπηκε το αυτοκίνητο, το ποτήρι, τα σχέδιά μου), ενώ η «Αναγέννηση» είναι μια θετική έννοια. Δεύτερον γιατί ανέβασε υπερβολικά και προκαταβολικά τον πήχη, δίνοντας πολιτικά το περιθώριο στη συγκυβέρνηση να πουν την επομένη των εκλογών «δεν μας ανατρέψατε», έστω κι αν βγήκατε «λίγο πρώτοι». Χαρακτηριστική ήταν η γραμμή του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Αθανάσιου Τσαυτάρη στη Βουλή (28/5/2014): «Πείτε μου σε ποιες Περιφέρειες πήγε ο ΣΥΡΙΖΑ στη 2η κατανομή των περιφερειακών εκλογών και πόσες από τις μεγάλες αγροτικές Περιφέρειες κέρδισε (...). Η Περιφέρεια στηρίζει τις προσπάθειές μας».
Γι' αυτό λοιπόν ας ανασκουμπωθούμε κι ας σπείρουμε αν θέλουμε να έχουμε αύριο μια καλή σοδειά από ελληνικές ποικιλίες, όχι εισαγόμενες, ούτε γενετικά τροποποιημένες.