Στο 9% του ΑΕΠ διαμορφώνεται εν τέλει το δημόσιο έλλειμμα του 2012 μετά από αναθεώρηση στην οποία προχώρησε η ΕΛΣΤΑΤ, το οποίο περιορίζεται στο 6,2% του ΑΕΠ (αντί 6,0% όπως αρχικά προβλεπόταν) αν δεν ληφθούν υπόψη τα ποσά για τη στήριξη των τραπεζών.
Προχωρώντας σε αναθεώρηση των ποσών για το έλλειμμα του 2012, 10 μήνες μετά το κλείσιμο του έτους, η Ελληνική Στατιστική Αρχή προσδιόρισε το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης για το 2012 -όπως υπολογίζεται στο πλαίσιο της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος- στα 17,4 δισ. ευρώ (9% του ΑΕΠ, αντί 10% προηγουμένως), ενώ το ενοποιημένο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης στο τέλος του 2012 ανήλθε στα 303,9 δισ. ευρώ, (156,9% του ΑΕΠ).
Σημειώνεται, ότι στο παραπάνω έλλειμμα προσμετράται και το κόστος της στήριξης των τραπεζών (2,8% του ΑΕΠ), το οποίο ωστόσο δεν θα ληφθεί υπόψη στην αξιολόγηση της τρόικας, κάτι που σημαίνει ότι το έλλειμμα διαμορφώνεται στο 6,2%, αντί 6% προηγουμένως.
Όπως αναφέρεται από την ΕΛΣΤΑΤ, η αναθεώρηση οφείλεται, ως επί το πλείστον, στη συμπερίληψη της εκτιμώμενης αξίας των απαιτήσεων έναντι των υπό εκκαθάριση τραπεζών, η οποία έγινε διαθέσιμη στην ΕΛΣΤΑΤ με τη δημοσίευση της ετήσιας οικονομικής έκθεσης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας τον Αύγουστο 2013, καθώς και σε επικαιροποιημένα στοιχεία.
Αναφορικά με τα κεφάλαια που διατέθηκαν στις τράπεζες, η ΕΛΣΤΑΤ σημειώνει ότι το 2012 ανήλθαν σε 5.495 εκατομμύρια ευρώ. Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνονται οι συνεχιζόμενες δαπάνες / έσοδα που σχετίζονται με τις παρεμβάσεις από το 2008, επιπρόσθετα από τις νέες δαπάνες / έσοδα που ανέκυψαν το έτος 2012.
Ως μέρος των τελευταίων αυτών, το 2012 η Γενική Κυβέρνηση, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας πραγματοποίησε κεφαλαιακές μεταβιβάσεις ύψους 8.429 εκατομμυρίων για την εξυγίανση των τραπεζών, ενώ παράλληλα απέκτησε απαιτήσεις έναντι των υπό εκκαθάριση τραπεζών ύψους 2218 εκατομμυρίων ευρώ.
Για τα έτη 2009 ‐ 2011, η υποστήριξη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων είχε θετική επίπτωση στο ισοζύγιο Γενικής Κυβέρνησης. Αυτό οφείλεται στο ότι οι δεδουλευμένες αμοιβές που προκύπτουν από τις εγγυήσεις του διατραπεζικού δανεισμού και του συστήματος ομολογιακών δανείων, καθώς και τα έσοδα από τις προνομιούχες μετοχές των τραπεζών, ήταν υψηλότερα από τις δεδουλευμένες δαπάνες. Αντίθετα, το 2012 η δαπάνη της υποστήριξης ήταν μεγαλύτερη από τα έσοδα.