Στις ακριβότερες αγορές πετρελαίου αλλά και ηλεκτρικής ενέργειας στην Ε.Ε βρίσκεται η χώρα μας, με τα νοικοκυριά να υφίστανται τεράστιες επιβαρύνσεις σε σχέση με το εισόδημα και την αγοραστική τους δύναμη.
Οι αυξημένες τιμές δεν οφείλονται μόνο στη σημερινή ενεργειακή κρίση λόγω των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή αλλά και στις στρεβλώσεις των αγορών στη χώρα μας καθώς και στο υψηλό φορολογικό βάρος.
Οι τιμές των υγρών καυσίμων στην εγχώρια αγορά κινούνται και πάλι ανοδικά τις τελευταίες ημέρες αποτυπώνοντας και τις διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου, κι ενώ αναμένεται αύξηση της κατανάλωσης με το καλοκαίρι προ των πυλών.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία (19/5) του Παρατηρητηρίου Υγρών Καύσιμων, η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης διαμορφώνεται στα 2,126 ευρώ το λίτρο, ενώ του πετρελαίου κίνησης (diesel) στο 1,817 ευρώ ανά λίτρο.
Από την παραμονή (27 Φεβρουαρίου) του πολέμου στη Μέση Ανατολή έως σήμερα οι αυξήσεις στα καύσιμα διαμορφώνονται ως εξής:
- Αμόλυβδη: + 21,41% ή 37,5 λεπτά/λίτρο (από 1,751 ευρώ/λίτρο).
- Πετρέλαιο κίνησης: + 16% με την επιδότηση των 20 λεπτών/λίτρο, ή 25,2 λεπτά/λίτρο (από 1,565 ευρώ/λίτρο).
Βέβαια, σε πολλές περιοχές της χώρας και ιδίως στις νησιωτικές η τιμή της αμόλυβδης βρίσκεται πάνω και από τα 2,2 ή και 2,3 ευρώ/λίτρο, ενώ έχει ξεκινήσει και η θερινή σεζόν. Ακραίες τιμές πάνω από 2,45 ευρώ καταγράφονται στη Σαντορίνη, στη Μήλο, στην Πάρο κ.α.
Στο μεταξύ, στην πρώτη τριάδα με τις υψηλότερες τιμές αμόλυβδης στην Ε.Ε... επέστρεψε η Ελλάδα, όπως προκύπτει από το τελευταίο δελτίο για τα καύσιμα της Κομισιόν (DG Energy).
Με βάση τη μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης στις 18/5 και συγκεκριμένα στα 2,119 ευρώ/λίτρο η χώρα μας έχει την τρίτη ακριβότερη τιμή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Ολλανδία (2,388 ευρώ) και τη Δανία (2,339 ευρώ). Επιπλέον η αμόλυβδη στην Ελλάδα είναι αυξημένη κατά 12,65% σε σχέση με το μέσο όρο των 27 της Ε.Ε (1,881 ευρώ/λίτρο).
Αξίζει να σημειωθεί ότι χωρίς τους φόρους, με αντίστοιχη τιμή στα 0,993 ευρώ/λίτρο η χώρα μας βρίσκεται στην ένατη θέση μεταξύ των κρατών-μελών και λίγο κάτω από το μέσο όρο της Ε.Ε (1,007 ευρώ/λίτρο).
Από τις ακριβότερες και στο ρεύμα η Ελλάδα
Εξάλλου, το 2025 η Ελλάδα ήταν η ακριβότερη χώρα της ΕΕ-27 στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων λιανικής με βάση την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και η τρίτη ακριβότερη σε ονομαστικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τη νέα έκθεση της δεξαμενής σκέψης Green Tank “Τάσεις στη λιανική αγορά ηλεκτρισμού της Ελλάδας”. Όπως αναφέρεται, τα ακριβότερα πράσινα τιμολόγια συνεχίζουν να κυριαρχούν στην αγορά παρά τις υψηλές τιμές τους, ενώ η αυξημένη χρήση ορυκτού αερίου διατήρησε σε υψηλά επίπεδα τόσο τις τιμές της χονδρεμπορικής όσο και της λιανικής αγοράς.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η λιανική αγορά, σε ό,τι αφορά το ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων στην Ελλάδα, είναι διαχρονικά πολύ ακριβότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ27, τόσο σε ονομαστικές τιμές όσο και σε σχέση με το πρότυπο αγοραστικής δύναμης (PPS). Οι διαφορές με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο γιγαντώθηκαν κατά την περίοδο της ενεργειακής κρίσης του 2022, και το 2024 πλησίασαν τον μέσο όρο της ΕΕ-27, όμως, σημειώνεται, η “ψαλίδα” άνοιξε εκ νέου το 2025, με τη χώρα μας να είναι ακριβότερη κατά 36,5 ευρώ/μεγαβατώρα (ή 29,3%) και 72,6 ευρώ/μεγαβατώρα (ή 57,8%) από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε όρους ονομαστικών τιμών και πρότυπου αγοραστικής δύναμης, αντίστοιχα. Έτσι, η Ελλάδα βρέθηκε το 2025 στην κορυφή της ακρίβειας στην ΕΕ-27 (25η θέση σε ονομαστική τιμή και 27η σε τιμές με βάση το πρότυπο αγοραστικής δύναμης).
Επιπλέον, με βάση τα στοιχεία της έκθεσης, τα πολυπληθέστερα πράσινα τιμολόγια ήταν ακριβότερα κατά 13,3% από τα μπλε και κατά 27,3% από τα κίτρινα.
Μάλιστα η επιπλέον επιβάρυνση των καταναλωτών από τα ακριβά πράσινα τιμολόγια, σε σχέση με τα κίτρινα, στη διετία 2024-2025 ανέρχεται αθροιστικά σε 1,23 δισ ευρώ.
Χονδρεμπορική και αγορά
Η έκθεση διαπιστώνει επίσης ότι οι τιμές λιανικής εμφανίζουν ισχυρή συσχέτιση με τις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς, οι οποίες διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα, λόγω της αυξημένης ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτό αέριο. Το δεύτερο μισό του 2025 διευρύνθηκε σημαντικά η διαφορά μεταξύ χονδρεμπορικής και λιανικής αγοράς, αντικατοπτρίζοντας τα υψηλότερα περιθώρια κέρδους για τους προμηθευτές και το αυξημένο κόστος για τους καταναλωτές. Το Green Tank με βάση την υπόθεση ότι η διαφορά μεταξύ μέσης τιμής στα πράσινα τιμολόγια και χονδρεμπορικής τιμής του προηγούμενου μήνα διατηρούνταν σταθερή στο ελάχιστο που καταγράφηκε για τη διετία 2024-2025 (δηλαδή στα 49,5 ευρώ/μεγαβατώρα), καταλήγει ότι το οικονομικό όφελος για τους καταναλωτές θα προσέγγιζε τα 720 εκατ ευρώ, ή το 18% των συνολικών εσόδων των παρόχων από τα πράσινα τιμολόγια στη διάρκεια της διετίας.
Παράλληλα, εξετάζοντας τις κυβερνητικές παρεμβάσεις που έγιναν κατά τη διετία 2024-2025 παρατηρεί ότι είχαν περιορισμένη επιτυχία ως προς τη μείωση του ενεργειακού κόστους για τα νοικοκυριά.
Και βέβαια επιβεβαιώνεται ότι η λιανική αγορά χαρακτηρίζεται από πολύ υψηλή συγκέντρωση, με έναν κυρίαρχο πάροχο, που διατηρεί σταθερά περίπου το 70% των οικιακών μετρητών.
Η έκθεση προτείνει, μεταξύ άλλων, τον περιορισμό της χρήσης ορυκτού αερίου και την ταχύτερη ανάπτυξη αποθήκευσης και ΑΠΕ, την εντατικοποίηση των ελέγχων στη λειτουργία της λιανικής αγοράς, την ανάπτυξη ανταγωνιστικών διζωνικών και δυναμικών τιμολογίων, την επιτάχυνση της εγκατάστασης έξυπνων μετρητών, καθώς και μια ευρείας κλίμακας εκστρατεία ενημέρωσης των καταναλωτών.