Η ανακοίνωση της Ryanair για κλείσιμο της βάσης της στη Θεσσαλονίκη για τη χειμερινή περίοδο βρίσκει την πόλη αντιμέτωπη με έναν ευρύτερο προβληματισμό που ξεπερνά τα όρια μιας διελκυστίνδας μεταξύ ιδιωτικών εταιρειών. Το βλέμμα είναι στραμμένο στο ισχυρό αποτύπωμα που αφήνει η σύγκρουση ανάμεσα στην αεροπορική εταιρεία και στη διαχειρίστρια εταιρεία του αεροδρομίου «Μακεδονία» Fraport Greece. Πλέον, η προσπάθεια της πόλης επικεντρώνεται στο να καλύψει το χαμένο έδαφος μέσα από έναν συντονισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, παραγωγικών φορέων και εκπροσώπων του τουρισμού. Συνεχείς είναι οι διεργασίες καθώς αναζητείται τρόπος διαχείρισης των συνεπειών αλλά και σταθεροποίησης της επόμενης μέρας, σε ένα περιβάλλον όπου απουσιάζει ένα σαφές θεσμικό αντίβαρο που θα μπορούσε να απορροφήσει τέτοιου είδους κραδασμούς.
Σύγκρουση Ryanair-Fraport
Η Ryanair ανακοίνωσε ότι από το τέλος Οκτωβρίου κλείνει τη βάση της στη Θεσσαλονίκη, αποσύροντας τα τρία αεροσκάφη που σταθμεύουν σήμερα στο «Μακεδονία» και περικόπτοντας σημαντικό μέρος του αεροπορικού της έργου. Σύμφωνα με την εταιρεία, η απόφαση συνεπάγεται απώλεια 500.000 επιβατικών θέσεων κατά τη χειμερινή περίοδο και κατάργηση δέκα δρομολογίων από και προς Θεσσαλονίκη. Η εταιρεία απέδωσε την απόφαση στις αυξημένες χρεώσεις της Fraport Greece, υποστηρίζοντας ότι το κόστος λειτουργίας στο «Μακεδονία» έχει αυξηθεί κατά 66% σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο. Η Fraport Greece απέρριψε τους ισχυρισμούς της αεροπορικής εταιρείας, χαρακτηρίζοντας τις αιτιάσεις για τις χρεώσεις «προσχηματικές». Υποστήριξε ότι η απόφαση της Ryanair σχετίζεται αποκλειστικά με τη δική της εμπορική στρατηγική και την κερδοφορία της και όχι με τα τέλη του αεροδρομίου.
Ομόθυμη αντίδραση φορέων
Οι ανακοινώσεις της Ryanair προκάλεσαν άμεση κινητοποίηση στη Θεσσαλονίκη, με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους παραγωγικούς φορείς να επιχειρούν κοινό συντονισμό απέναντι στις εκτιμώμενες συνέπειες για την πόλη και συνολικά την Κεντρική Μακεδονία. Με πρωτοβουλία του Δήμου Θεσσαλονίκης έγιναν διαδοχικές επαφές και συσκέψεις με τη συμμετοχή εκπροσώπων της τουριστικής αγοράς και θεσμικών φορέων, ενώ το θέμα τέθηκε και σε κυβερνητικό επίπεδο, με ενημέρωση των αρμόδιων υπουργείων.
Σε συνεντεύξεις του ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Στέλιος Αγγελούδης έκανε λόγο για αιφνιδιαστική εξέλιξη που προκαλεί εύλογη ανησυχία, σημειώνοντας πως, μολονότι οι ανακοινώσεις αφορούσαν και άλλα αεροδρόμια της χώρας (Ηράκλειο, Χανιά και Αθήνα), η Θεσσαλονίκη δέχεται το μεγαλύτερο πλήγμα. Παράλληλα υπογράμμισε πως, παρότι η εξέλιξη δεν κατέστη δυνατό να αποτραπεί, πλέον επιχειρείται μία κοινή προσπάθεια με τους φορείς για τη διαχείριση των επιπτώσεων και την αποκατάσταση της συνδεσιμότητας που επηρεάζεται. Τόνισε ότι απαιτούνται πρωτοβουλίες σε ευρύτερο επίπεδο ώστε «τα μονοπώλια να μην μπορούν να δημιουργούν ξαφνικά πλήγματα στις αγορές» και ότι «η πόλη δεν μπορεί να είναι όμηρος οποιωνδήποτε εταιρειών». Έθεσε επίσης ερωτήματα για την ανταγωνιστικότητα του αεροδρομίου «Μακεδονία» σε σχέση με γειτονικούς κόμβους, ζητώντας συνολική αξιολόγηση του πλαισίου χρεώσεων και λειτουργίας. Άλλωστε, ήδη παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει σε ανακατανομή της ζήτησης προς άλλους κόμβους της περιοχής, εντείνοντας τον προβληματισμό για τη θέση της Θεσσαλονίκης στον ευρωπαϊκό αεροπορικό χάρτη.
Στο ίδιο κλίμα, παρεμβάσεις υπήρξαν από παραγωγικούς φορείς της πόλης, οι οποίοι με ανακοινώσεις τους προειδοποιούν για επιπτώσεις στην τουριστική κίνηση, στην εστίαση, στο εμπόριο και συνολικά στην οικονομία της Θεσσαλονίκης. Παρέμβαση υπήρξε και από την Περιφερειακή Ένωση Δήμων Κεντρικής Μακεδονίας, με εκπροσώπους της Αυτοδιοίκησης να μιλούν για μια εξέλιξη με άμεσο αποτύπωμα στην οικονομία και στην αναπτυξιακή προοπτική συνολικά της Βόρειας Ελλάδας. Ταυτόχρονα, έχει ανοίξει συζήτηση για την ανάγκη ενός ενιαίου και μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού για την αεροπορική και τουριστική ανάπτυξη της περιοχής.
Θέσεις εργασίας και επιβατική κίνηση
Έντονος είναι ο προβληματισμός και για τις θέσεις εργασίας που συνδέονται με τη δραστηριότητα της Ryanair στη Θεσσαλονίκη. Το Σωματείο Πληρώματος Καμπίνας Αεροσκαφών προαναγγέλλει συντονισμό ενεργειών σε Ελλάδα και εξωτερικό και τονίζει ότι θα εξαντλήσει κάθε περιθώριο συνεννόησης με τη διοίκηση της Ryanair, «με στόχο την εξεύρεση δίκαιων και βιώσιμων λύσεων». Τονίζει δε πως οι αποφάσεις στον τομέα των αερομεταφορών δεν μπορούν να λαμβάνονται αποκλειστικά με οικονομικά και επιχειρησιακά κριτήρια, χωρίς να συνυπολογίζονται οι επιπτώσεις στους ανθρώπους που στηρίζουν καθημερινά τη λειτουργία του κλάδου.
Την ίδια ώρα, σημαντικές επιπτώσεις καταγράφονται και για το επιβατικό κοινό, καθώς η συρρίκνωση του πτητικού έργου της εταιρείας περιορίζει αισθητά τις διαθέσιμες επιλογές και το κόστος μετακίνησης, με άμεσο αντίκτυπο και στον city break τουρισμό της πόλης.
Στην Αθήνα οι εκτελωνισμοί από τη FedEx
Προ ημερών έγινε, επίσης, γνωστή η μεταφορά των δραστηριοτήτων εκτελωνισμού της FedEx από το αεροδρόμιο «Μακεδονία» στην Αθήνα. Η εταιρία ανακοίνωσε την ενοποίηση του δικτύου της, με παράλληλη διατήρηση του αεροπορικού και οδικού της δικτύου στη Θεσσαλονίκη. «Η πόλη χάνει έναν ακόμα άμεσο κρίκο της εφοδιαστικής αλυσίδας που τη συνέδεε με τις διεθνείς αγορές» σχολιάζει ο Σύλλογος Εκτελωνιστών Τελωνειακών Αντιπροσώπων Θεσσαλονίκης, εκφράζοντας ανησυχία για τις επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης.
Μυλόπουλος: Πλήρης απουσία της κυβέρνησης
Κριτική για τη στάση του ελληνικού κράτους στο θέμα ασκεί ο καθηγητής Γιάννης Μυλόπουλος, συντονιστής του Τμήματος Υποδομών & Μεταφορών του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και επικεφαλής της περιφερειακής παράταξης «Αλλαγή στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας». Σε δήλωσή του στην ΑΥΓΗ της Κυριακής κάνει λόγο για «πλήρη απουσία της ελληνικής κυβέρνησης» από τις κρίσιμες εξελίξεις στις αερομεταφορές και τον τουρισμό. Όπως επισημαίνει, οι ιδιωτικές εταιρείες λειτουργούν με γνώμονα το κέρδος τους, αλλά το κρίσιμο ζήτημα αφορά τον ρόλο του κράτους, το οποίο, όπως τονίζει, έχει ρυθμιστική ευθύνη και υποχρέωση παρέμβασης για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος και της τουριστικής ανάπτυξης, αντί να αφήνει την αγορά να καθορίζει κρίσιμους τομείς όπως οι μεταφορές.
«Τέρμα το ιδεολόγημα της αυτορρύθμισης» σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι οι αγορές αυτορρυθμίζονται σύμφωνα με το συμφέρον των ιδιωτών και σε βάρος αυτού που είναι απών, εν προκειμένου του κράτους. Στο πλαίσιο αυτό, προτάσσει την ανάγκη ενίσχυσης της κρατικής παρέμβασης και σε δεύτερο επίπεδο αφήνει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο επανακρατικοποιήσεων στις μεταφορές. «Το κράτος πρέπει να παρέμβει δυναμικά. Αν δεν το πετύχει, τότε να ξανασκεφτούμε την επανακρατικοποίηση των αεροδρομίων στην Ελλάδα» τονίζει.
