Την ώρα που οι εργαζόμενοι βλέπουν τον μισθό να τελειώνει στις 15 του μήνα, που τα ενοίκια έχουν μετατραπεί σε μηχανισμό φτωχοποίησης, που η ακρίβεια τσακίζει κάθε λαϊκό νοικοκυριό, η κυβέρνηση διοχετεύει δισεκατομμύρια στην πρόωρη αποπληρωμή χρέους.
Ο πρωθυπουργός θριαμβολογεί και αυτοσυγχαίρεται για τα «υπερπλεονάσματα», τις «αναβαθμίσεις» και την «επιστροφή στην κανονικότητα». Πίσω όμως από τους θριάμβους των αριθμών κρύβεται μια ωμή κοινωνική πραγματικότητα. Η κυβέρνηση στραγγίζει την κοινωνία για να ικανοποιήσει τις αγορές και τους δανειστές. Μόνο την περίοδο 2024-2025 διατέθηκαν περίπου 13,19 δισεκατομμύρια ευρώ για πρόωρες εξοφλήσεις δανείων, από τα μνημονιακά δάνεια έως τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με το NextGenerationEU. Η χώρα δανείζεται τώρα από τις αγορές με 3,8% και αποπληρώνει πρόωρα και εθελοντικά δάνεια με επιτόκιο 1,5%. Πρόκειται για μια πολιτική επιλογή βαθιά ταξική και βαθιά ιδεολογική: πρώτα οι δανειστές, μετά η κοινωνία.
Και ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτής της «εθνικής επιτυχίας»; Το δημόσιο χρέος παραμένει σχεδόν αμετάβλητο. Από 364,1 δισ. ευρώ το 2021, έφτασε περίπου στα 362,9 δισ. ευρώ το 2025. Δηλαδή, μετά από τεράστιες θυσίες, περικοπές, φορολογική αφαίμαξη, διάλυση της αγοραστικής δύναμης και κοινωνική συμπίεση, η πραγματική μείωση του ονομαστικού χρέους είναι σχεδόν αόρατη. Μια σταγόνα στον ωκεανό έπραξε η κυβέρνηση στερώντας από την κοινωνία τόσα δισ. Αυτό αποκαλύπτει το μεγάλο ψέμα της κυβερνητικής προπαγάνδας, που είναι ότι η κοινωνία πρέπει να υποφέρει για να «σωθεί η οικονομία». Στην πραγματικότητα, δεν σώζεται η οικονομία της κοινωνίας. Σώζεται η εικόνα της χώρας απέναντι στις αγορές, στους οίκους αξιολόγησης, στους επενδυτές, και κυρίως η εικόνα της κυβέρνησης στο εξωτερικό.
Το οικονομικό επιτελείο έχει επιλέξει συνειδητά να λειτουργεί ως ο καλύτερος μαθητής των δανειστών. Υπερακοντίζει ακόμη και τις απαιτήσεις της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Αντί να αξιοποιήσει τα υπερπλεονάσματα για αυξήσεις μισθών, ενίσχυση του ΕΣΥ, δημόσια στέγη, κοινωνικές υποδομές και προστασία από την ακρίβεια, τα μετατρέπει σε «δώρα αξιοπιστίας» προς τις αγορές. Το μήνυμα είναι σαφές: Ο εργαζόμενος πρέπει να στερηθεί για να πέσουν τα spreads. Η κοινωνία καλείται να συνεχίσει να πληρώνει το τίμημα μιας κρίσης που δεν δημιούργησε. Οι γενιές που ισοπεδώθηκαν από τα Μνημόνια, που είδαν τους μισθούς τους να εξαφανίζονται και τη ζωή τους να γίνεται ακριβότερη χρόνο με τον χρόνο καλούνται τώρα να χρηματοδοτήσουν και την «καλή εικόνα» της χώρας στους επενδυτές. Η κυβέρνηση παρουσιάζει ως «πατριωτισμό» την πρόωρη αποπληρωμή χρέους. Όμως πραγματικός πατριωτισμός δεν είναι να χειροκροτούν οι οίκοι αξιολόγησης, είναι να μπορεί ο λαός να ζει με αξιοπρέπεια.
Τι αξία έχει να μειώνονται τα spreads όταν αυξάνεται η κοινωνική απόγνωση; Τι σημασία έχει η «επενδυτική βαθμίδα» όταν η νέα γενιά δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι; Ποια «ανάπτυξη» υπάρχει όταν η κατανάλωση συντηρείται με κάρτες, δάνεια και φτώχεια; Η Ελλάδα δεν θεραπεύτηκε από την κρίση και συνεχίζει να θυσιάζει την κοινωνία για να καθησυχάζει τις αγορές. Και αυτό δεν είναι μονόδρομος. Είναι ένας συσχετισμός νεοφιλελεύθερων πολιτικών επιλογών που πρέπει να αλλάξει.
* Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια
