Το κυβερνητικό αφήγημα σύμφωνα με το οποίο η έκτη κατά σειρά αύξηση του κατώτατου μισθού που χορηγήθηκε στις αρχές του μήνα θωρακίζει τα εισοδήματα των εργαζομένων κατέρρευσε μέσα σε είκοσι μέρες. Ο πληθωρισμός τον Μάρτιο εκτοξεύτηκε στο 3,9 (από 2,7% τον Φεβρουάριο), σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο πληθωρισμός στα τρόφιμα άγγιξε το 4,5%, ενώ ο αντίστοιχος της στέγασης το 5,7%. Με βάση αυτά τα στοιχεία οι εργαζόμενοι, είτε αμείβονται με τον κατώτατο μισθό που αυξήθηκε μόλις κατά 4,5% είτε έχουν λίγο υψηλότερες αλλά «παγωμένες» αποδοχές καθώς δεν υπογράφονται εδώ και χρόνια κλαδικές ΣΣΕ, όχι απλώς θα συνεχίσουν να «πιέζονται» υπερβολικά και εξαιτίας της εκτεταμένης ακρίβειας, αλλά θα δουν σημαντική νέα μείωση των εισοδημάτων τους σε πραγματικά επίπεδα.
Ακόμα και η Τράπεζα της Ελλάδος, πριν δημοσιοποιηθεί το νέο άλμα του πληθωρισμού, διαπιστώνει επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών το 2024-2025, την οποία αποδίδει στην άνοδο του πληθωρισμού και ειδικά των βασικών καταναλωτικών αγαθών, τονίζοντας ότι για μεγάλο μέρος του πληθυσμού τα μηνιαία εισοδήματα επαρκούν μόλις για 18 ημέρες και το 62,1% των νοικοκυριών δηλώνει ότι το μηνιαίο εισόδημά του δεν επαρκεί για ολόκληρο τον μήνα. Αυτή η διαπίστωση έρχεται να προστεθεί στα πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα του ΟΟΣΑ στην οποία οι πραγματικοί μισθοί όχι μόνο δεν αυξήθηκαν σε βάθος δεκαπενταετίας, αλλά παρουσίασαν ισχυρή διψήφια μείωση.
Με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ που αφορούν το φορολογικό έτος 2024, οι πραγματικοί μισθοί στη χώρα μας ανέρχονται σε 32.300 δολάρια PPP. Το 2010, όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση, οι μισθοί στην Ελλάδα ήταν 40.900 δολάρια PPP. Μέσα σε 15 χρόνια μειώθηκαν κατά -21,2%. Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν και σε άλλες τέσσερις χώρες. Όμως η Ελλάδα αποτελεί ιδιαίτερο φαινόμενο. Για παράδειγμα, στην Ιρλανδία και στην Ολλανδία οι μισθοί σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης μειώθηκαν κατά -5,1% και -6,1% αντίστοιχα. Όμως παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Σε Ιταλία και Ισπανία οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά -7,1% και -2,8%,σε σύγκριση με το 2010. Εξακολουθούν να είναι σημαντικά υψηλότεροι από ό,τι στην Ελλάδα.
Μεγαλώνει η φτώχεια
Η ΤτΕ στην τελευταία έκθεσή της σημειώνει ότι η αύξηση του ποσοστού της φτώχειας στην Ελλάδα τη φέρνει στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε., μαζί με τη Βουλγαρία. Σύμφωνα με τις καταναλωτικές δαπάνες του 2024, προκύπτει αύξηση του δείκτη ανισότητας (S80/S20) με βάση τις δαπάνες, καθώς η μέση ισοδύναμη δαπάνη του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,68 φορές μεγαλύτερη από τη μέση ισοδύναμη δαπάνη του φτωχότερου 20% του πληθυσμού (από 5,64 φορές το 2025.
Όπως σημειώνεται, υπό το πρίσμα του επίμονου πληθωρισμού που παρατηρείται από το 2022, αναδεικνύεται η δυσανάλογα αρνητική επίδρασή του στην αγοραστική δύναμη των φτωχών νοικοκυριών, αφενός μεν γιατί το καταναλωτικό τους καλάθι περιέχει μεγαλύτερη αναλογία βασικών αγαθών όπως είναι τα είδη διατροφής, όπου παρατηρείται ιδιαιτέρως επίμονος πληθωρισμός (11,6% για το 2023 και 3,4% για το 2024), αφετέρου δε γιατί έχουν υψηλότερο μερίδιο της κατανάλωσης στο εισόδημά τους.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΟΠ 2024, η μέση ισοδύναμη δαπάνη για είδη διατροφής για το φτωχότερο 20% του πληθυσμού ανέρχεται σε 33,5% των συνολικών δαπανών, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 12,7%. Εξάλλου, σύμφωνα με πιο πρόσφατη έρευνα, το 62,1% των νοικοκυριών δήλωσε ότι το μηνιαίο εισόδημά τους δεν επαρκεί για ολόκληρο τον μήνα. Στο σύνολο των νοικοκυριών, το μηνιαίο εισόδημα επαρκεί μεσοσταθμικά για 23 ημέρες, ενώ για τα νοικοκυριά που το εισόδημά τους τελειώνει πριν από το τέλος του μήνα επαρκεί μεσοσταθμικά για 18 ημέρες.
Αγκαλιά με τη Βουλγαρία
Να σημειώσουμε επίσης ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 2024 η Ελλάδα είχε (μαζί με τη Βουλγαρία) το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών που αδυνατούσε να έχει επαρκή θέρμανση (19%) ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε. Ειδικά για τα φτωχά νοικοκυριά το ποσοστό αυτό ανήλθε σε 43,6%, αυξημένο από 39,8% το 2023, αναδεικνύοντας το επίμονο πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας. Παράλληλα, η στεγαστική κρίση έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια σε ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι τιμές των κατοικιών και τα ενοίκια αυξάνονται με ρυθμούς ταχύτερους από ό,τι τα εισοδήματα οδηγώντας σε σοβαρή επιδείνωση της προσιτότητας της στέγασης, ιδιαίτερα για νέους και νοικοκυριά χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων.
