Η κυβέρνηση μιλά για «πλαφόν στο κέρδος» ως λύση απέναντι στην ακρίβεια. Στην πράξη όμως αυτό το μέτρο μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακό τέχνασμα παρά με πραγματική προστασία του καταναλωτή. Γιατί; Επειδή όταν η αρχική τιμή ανεβαίνει, είτε λόγω διεθνών εξελίξεων είτε επειδή κάποιοι στην αλυσίδα την ανεβάζουν τεχνητά, το επιτρεπόμενο ποσοστό κέρδους εφαρμόζεται πάνω σε μια ήδη αυξημένη τιμή. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα στο ράφι συνεχίζει να ανεβαίνει. Το κέρδος παραμένει «νόμιμο», αλλά ο λογαριασμός πηγαίνει πάντα στον ίδιο: στον πολίτη.
Ο καταναλωτής δεν αγοράζει ποσοστά κέρδους. Αγοράζει τρόφιμα. Και αυτά πλέον γίνονται όλο και πιο ακριβά. Αν πραγματικά ήθελε η κυβέρνηση να προστατεύσει τα νοικοκυριά, θα συζητούσε σοβαρά το πλαφόν στην τελική τιμή. Δηλαδή το αυτονόητο, ένα βασικό προϊόν να μην μπορεί να ξεπεράσει μια συγκεκριμένη τιμή στο ράφι. Σε ένα τέτοιο μοντέλο, το βάρος της διεθνούς αστάθειας μοιράζεται σε όλη την αλυσίδα παραγωγής και όχι μόνο στον πολίτη. Αντί γι’ αυτό, ακούμε ότι θα δοθούν επιδοτήσεις απευθείας στα διυλιστήρια των μεγάλων ομίλων. Ρωτάμε λοιπόν ποιος εγγυάται ότι αυτά τα χρήματα θα φτάσουν στην αντλία του καταναλωτή και δεν θα μείνουν απλώς ως επιπλέον κέρδος στους ισολογισμούς των εταιρειών; Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση κόβει τα pass και τα επιδόματα για να μειώσει, όπως λέει, το δημοσιονομικό κόστος. Αν, όμως, αυτός είναι ο στόχος, γιατί δεν προχωρά σε μια ουσιαστική μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης; Είναι ο πιο άμεσος και δίκαιος τρόπος να πέσουν οι τιμές για όλους. Και ενώ ακούμε συνεχώς για «πάταξη της αισχροκέρδειας», το ερώτημα παραμένει για το πόσα πρόστιμα έχουν πραγματικά εισπραχθεί από μεγάλες αλυσίδες και ενεργειακές εταιρείες. Είναι ουσιαστικές κυρώσεις ή απλώς μικρά πρόστιμα μπροστά στα τεράστια υπερκέρδη;
Υπάρχει και ένα βαθύτερο ηθικό ζήτημα. Όταν το κράτος εισπράττει δισεκατομμύρια περισσότερα από ΦΠΑ λόγω της ακρίβειας που πληρώνει ο κόσμος, η απάντηση δεν μπορεί να είναι νέες επιδοτήσεις σε μεγάλους ομίλους. Η απάντηση θα έπρεπε να είναι η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά. Η Ελλάδα δεν φαίνεται να έχει έλλειμμα χρημάτων. Φαίνεται να έχει έλλειμμα προτεραιοτήτων. Δεν μπορεί να υπάρχουν δισεκατομμύρια για συμβούλους, μελέτες και απευθείας αναθέσεις ενώ ταυτόχρονα τα βασικά τρόφιμα γίνονται απλησίαστα για τον μέσο πολίτη. Δεν μπορεί το κράτος να εισπράττει τεράστια φορολογικά έσοδα από την ακρίβεια και την ίδια στιγμή να ζητά από τα νοικοκυριά «υπομονή». Δεν μπορεί οι τράπεζες να δανείζονται με σχεδόν μηδενικό κόστος και να δανείζουν τους πολίτες με πολλαπλάσια επιτόκια ενώ η μεσαία τάξη πιέζεται όλο και περισσότερο. Η κοινωνία δεν ζητά ελεημοσύνη. Δεν ζητά προσωρινά pass. Ζητά δικαιοσύνη στην οικονομία. Ζητά μια Πολιτεία που δεν θα πλουτίζει από τη φτώχεια των πολιτών της. Τα νοικοκυριά έχουν ξεπεράσει τα όριά τους.
* Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια