Από τη μια η χαμηλή απορροφητικότητα στα κοινοτικά προγράμματα, με βασικό το ΕΣΠΑ 2021-27 όπως αναδείχθηκε από τις πρόσφατες ερωτήσεις των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., από την άλλη περικοπές στις δαπάνες στο σύνολο των τομέων δράσεων των υπουργείων όπως επιβάλλεται από το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο 2026-2029. Και κερασάκι στην τούρτα, οι μεθοδεύσεις προς την κατεύθυνση των απευθείας αναθέσεων, μέσω των γνωστών τρόπων του «κατεπείγοντος», των εκτάκτων συνθηκών και της κατάτμησης έργων.
Οι αντιφάσεις αποτελούν ένα από τα πολλά αρνητικά χαρακτηριστικά αυτής της κυβέρνησης. Στην οικονομική πολιτική της, όμως, κυριολεκτικά «βγάζουν μάτι». Έτσι, παρά τους επικοινωνιακούς πανηγυρισμούς του αρμόδιου αναπληρωτή υπουργού Οικονομίας Ν. Παπαθανάση και του υπουργού Οικονομικών Κ. Πιερρακάκη για τις υψηλές θέσεις που καταλάμβανε η χώρα στην απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων, η σκληρή πραγματικότητα καταρρίπτει τους διθυράμβους και την αυτοαποθέωση. Και αυτή λέει πως η πραγματική απορρόφηση του ΕΣΠΑ 2021-2027, που θα μπορούσε να φτάνει στο 25%, υπολείπεται δραματικά κατά οκτώ περίπου μονάδες, τον τελευταίο χρόνο βυθίστηκε κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο και στους κρίσιμους τομείς δεν ξεπερνά το 1%. Κι όλα αυτά ενώ οι συγκεκριμένες «ενέσεις ρευστότητας» μπορούσαν να λειτουργήσουν αντισταθμιστικά στην επιβράδυνση της ανάπτυξης, στις μηδαμινές επενδύσεις και στην περικοπή δαπανών κρίσιμων δράσεων που είναι μπροστά μας.
Ο καθένας αντιλαμβάνεται πως οι δυνατότητες του ΕΣΠΑ 2021-27 για επενδύσεις και αναπτυξιακή ώθηση «πήγαν στράφι», όχι επειδή δεν ήταν ανοιχτός ο δρόμος για τη χρηματοδότηση, αλλά επειδή δεν ενεργοποιήθηκε ο κατάλληλος μηχανισμός με ευθύνη της κυβέρνησης. Ο Κ. Μητσοτάκης και ο Κ. Χατζηδάκης επαίρονται για το φιλοεπενδυτικό προφίλ της, όμως στην πράξη αποδείχθηκε το εντελώς ανάποδο. Ενάμιση χρόνο πριν από τη λήξη του προγράμματος «σε ένα συνολικό πακέτο 25 δισ. ευρώ, η οικονομία στερείται ρευστότητας της τάξης των 2 δισ. ευρώ» όπως επισήμανε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Παππάς. Ο ίδιος σε άρθρο του στη Ναυτεμπορική καταλήγει στο συμπέρασμα πως η ελληνική οικονομία δεν στερείται πόρων αλλά «στερείται ενεργητικής και στοχευμένης αξιοποίησής τους. Και αυτή η υστέρηση δεν είναι αποτέλεσμα αδυναμίας αλλά συνέπεια συγκεκριμένων κυβερνητικών επιλογών, οι οποίες πλέον έχουν μετρήσιμο κόστος στην ανάπτυξη, στην παραγωγικότητα και στο επίπεδο διαβίωσης».
Τα στοιχεία της Κομισιόν δείχνουν την αποκαρδιωτική εικόνα και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης: Στην ψηφιακή διακυβέρνηση από τα 700 εκατ. ευρώ που είχαν προϋπολογιστεί για 60 δράσεις δαπανήθηκαν μόλις 8 εκατ. ευρώ. Στην Υγεία από τα 225 εκατ. ευρώ δόθηκαν τα 18,6 εκατ. ευρώ. Στον τουρισμό από τα 206 εκατ. ευρώ για 44 δράσεις δαπανήθηκαν 14 εκατ. Στην Παιδεία υπήρχε δυνατότητα πρόσβασης σε 496 εκατ. ευρώ για 51 δράσεις και τελικά απορροφήθηκαν λιγότερα από 90 εκατ. ευρώ. Και ο κατάλογος συνεχίζεται για τα περισσότερα υπουργεία αιχμής, με τα ποσοστά απορρόφησης να είναι στη συντριπτική πλειονότητα τους κάτω του 10%.
Περικοπές δισ. σε κρίσιμους τομείς
Από τη μια δεν αξιοποιούνται τα ευρωπαϊκά κονδύλια και από την άλλη επίκεινται περικοπές, αποτέλεσμα του «σφιχτού» Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου. «Οι περικοπές που προβλέπονται στο Μεσοπρόθεσμο και η αποτυχία του ΕΣΠΑ είναι τα δίδυμα αδελφάκια μιας πολιτικής συμπίεσης της οικονομίας και αποχώρησης του Δημοσίου» σημειώνει ο Ν. Παππάς, συμπληρώνοντας πως «δεν πρόκειται για μια τεχνική αποτυχία του επιτελικού κράτους... Πρόκειται περί μιας σκοπιμότητας».
Ο ίδιος ήταν και ο συντονιστής της πρωτοβουλίας της Κ.Ο. του κόμματος να κατατεθούν 15 ερωτήσεις τόσο για τις δαπάνες του ΕΣΠΑ όσο και για τις περικοπές του Μεσοπρόθεσμου προς τους αρμόδιους υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Εργασίας, Υγείας, Παιδείας, Μεταφορών, Ενέργειας και Περιβάλλοντος, Πολιτισμού, Τουρισμού, σχεδόν, δηλαδή, σε όλο το Υπουργικό Συμβούλιο! Οι ερωτήσεις προέκυψαν έπειτα από τη μελέτη 520 δράσεων του ΕΣΠΑ, κατανεμήθηκαν ανά υπουργείο και προέκυψαν τα αποτελέσματα, με πραγματικά νούμερα που αφορούν τόσο την απορροφητικότητα του ΕΣΠΑ όσο και τις περικοπές που προβλέπονται στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2026-2029.
Όπως υπενθυμίζει ο Ν. Παππάς, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ίδιας της κυβέρνησης το 2028 και το 2029 προβλέπεται επιβράδυνση της οικονομίας με οριακούς ρυθμούς ανάπτυξης και μηδενικές καθαρές επενδύσεις, την ώρα που στο Μεσοπρόθεσμο περιγράφονται περικοπές. Περικοπές σε νευραλγικούς τόμους που αγγίζουν και το 60%, όπως για παράδειγμα στο υπουργείο Ψηφιακής διακυβέρνησης, που σε πραγματικό χρήμα μεταφράζεται σε μείωση δαπανών κατά 670 εκατ. ευρώ μέχρι το 2029. Αντιστοίχως ξεπερνά το 1 δισ. η μείωση στο υπουργείο Ενέργειας και Περιβάλλοντος, στο Αγροτικής Ανάπτυξης αγγίζει τα 440 εκατ. ευρώ, στο Μεταφορών τα 400 εκατ. ευρώ, ενώ σε δύο μείζονος σημασίας υπουργεία για τον πολίτη, στο Υγείας και στο Παιδείας, οι μειώσεις στους προϋπολογισμούς τους αφορούν αντιστοίχως τα 416 εκατ. ευρώ και τα 700 ευρώ... Στο δε υπουργείο Υγείας 129 εκατ. ευρώ που θα αφαιρεθούν μέχρι σήμερα κατευθύνονται προς το προσωπικό (μισθοί, ασφαλιστικές εισφορές, επιδόματα κ.λπ.).
Στις ερωτήσεις τους προς τους αρμόδιους υπουργούς οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. ζητούν να μάθουν άμεσα από πού θα προέλθουν οι περικοπές, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις για κάθε υπουργείο και τομείς όπως η Υγεία, η Παιδεία, οι υποδομές και το περιβάλλον, και πώς θα διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία τους.
«Λεφτά υπάρχουν» για κάποιους
Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι μαύρα για όλους. Για κάποιους, που έχουν εξασφαλίσει προνομιακή μεταχείριση και έχουν πρόσβαση στο κρατικό χρήμα κάθε μορφής ανεξαρτήτως αν περικόπτονται προϋπολογισμοί ή αν δεν απορροφώνται κοινοτικοί πόροι, εξακολουθούν να είναι ρόδινα. Και για αυτό έχουν φροντίσει οι «άνθρωποί» τους, διανέμοντας αφειδώς χρήμα με απευθείας αναθέσεις και παρακάμπτοντας κάθε ασφαλιστική δικλείδα χρηστής διαχείρισης.
Στην τελευταία ετήσια Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου που υποβλήθηκε στη Βουλή στο τέλος του 2025 για το προηγούμενο έτος (2024) αλλά και με πρόβλεψη και για το 2025 βάσει των προσυμβατικών ελέγχων καταγράφεται μια εικόνα πλήρους ασυδοσίας, με έργα υψηλού τιμήματος να κατευθύνονται εκεί που θέλουν οι αναθέτοντες με διάφορα κόλπα: απευθείας αναθέσεις μέσω κατάτμησης των συμβάσεων, εξαντλητική χρήση του «κατεπείγοντος», παρατάσεις και φωτογραφικοί διαγωνισμοί με τη συμμετοχή ενός ενδιαφερομένου, παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις με ανακοίνωση μόνο του αποτελέσματος και πολλά ακόμα.
Στην Έκθεση του Ελεγκτικού Συμβουλίου εξετάστηκαν περίπου 18.000 συμβάσεις συνολικής αξίας 4,8 δισ. ευρώ, με το μεγαλύτερο ποσοστό απ’ αυτές να έχουν δοθεί απευθείας. Στο 43% των διαγωνισμών υπήρχε μόνο μία συμμετοχή, ενώ «αποκλειστικότητα» διαπιστώθηκε σε ποσοστό 61% όπου τα έργα αναθέτονταν είτε απευθείας είτε μέσω «διαπραγμάτευσης».
Τα όσα διαπίστωσαν οι ελεγκτές για την περίοδο 2024 και «προβλέπουν» για το 2025 είναι αυτά που είχαν εντοπίσει και τα προηγούμενα χρόνια: υπουργεία και δημόσιοι οργανισμοί και φορείς χρησιμοποιούν κάθε πρόσχημα για να δώσουν ένα έργο εκεί που θέλουν. Στις επισημάνσεις τους αναφέρεται πως τα υπουργεία «χρησιμοποιούν το «κατεπείγον» ως πρόσχημα για να αποφύγουν τους ανοιχτούς διαγωνισμούς», υπάρχει «συστηματική κατάτμηση δαπανών» -το λεγόμενο «σπάσιμο» μεγάλων έργων σε μικρά που το κόστος τους φτάνει μέχρι τις 30.000 ευρώ όπου ο κάθε αναθέτων έχει δικαίωμα να το αναθέσει όπου θέλει-, υπάρχει μεγάλη καταγραφή «φωτογραφικών διαγωνισμών» με έναν μόνο συμμετέχοντα, όπως διαπιστώνεται και έλλειψη πραγματικής διαπραγμάτευσης σε ανάθεση έργου όταν υπάρχει πάλι μόνο ένας συμμετέχων, ο αναθέτων δεν προσπαθεί να αυξήσει τον αριθμό ζητώντας και από αλλού προσφορές, με τους ελεγκτές να αποφαίνονται πως σε αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει διαπραγμάτευση αλλά αποδοχή.
