Απότομη άνοδος σημειώνεται σήμερα στη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ νέα αύξηση καταγράφει και η χρηματιστηριακή τιμή του φυσικού αερίου εν μέσω έντονου ψύχους και κύματος σφοδρής κακοκαιρίας στην Ευρώπη.
Πιο συγκεκριμένα, σήμερα η χονδρεμπορική τιμή του ρεύματος εκτινάσσεται στα 146,16 ευρώ ανά μεγαβατώρα, αυξημένη κατά 30% σε σχέση με την αντίστοιχη χθεσινή (112,19 ευρώ).
Αξίζει να σημειωθεί ότι σήμερα στην ηλεκτροπαραγωγή κυριαρχεί το φυσικό αέριο με μερίδιο 41,81% και ακολουθούν οι ΑΠΕ με 31,61%, ενώ συνεισφέρουν και τα αυξημένα υδροηλεκτρικά με 12,85% αλλά και τα λιγνιτικά με 8,63% - από τα σχεδόν μηδενικά επίπεδα των προηγούμενων μηνών.
Μετά το σημερινό άλμα, η μέση τιμή του μήνα μέχρι στιγμής (1-21 Ιανουαρίου) ανέρχεται στα 102,75 ευρώ ανά μεγαβατώρα, παραμένοντας πάντως σε χαμηλότερα επίπεδα της τάξεως του 6,6% σε σχέση με τα αντίστοιχα του Δεκεμβρίου (110,04 ευρώ). Βέβαια, εάν συνεχιστεί αυτή η ανοδική τάση έως και το επόμενο Σάββατο, που «κλείνει» ο μήνας, είναι πιθανό η τελική μέση τιμή να έχει σημαντική αύξηση, κάτι που θα φανεί και στα τιμολόγια λιανικής του Φεβρουαρίου.
Παράλληλα, σε υψηλότερα επίπεδα κινήθηκε χθες και η χρηματιστηριακή τιμή του φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά (ολλανδικό TTF), καθώς το πρωί ξεπέρασε και τα 37 ευρώ ανά μεγαβατώρα, για να βρεθεί αργότερα μεταξύ 36 και 35 ευρώ.
Τα ευρωπαϊκά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης φυσικού αερίου αυξήθηκαν στα 36,3 ευρώ/μεγαβατώρα, ανακάμπτοντας από μια απώλεια άνω του 4% τη Δευτέρα, καθώς οι αγορές επικεντρώθηκαν εκ νέου σε χαμηλά και μειούμενα επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι αποθήκες φυσικού αερίου είναι πλέον «μισογεμάτες», περίπου κατά 49,9% πλήρεις, πολύ κάτω από το 61% την αντίστοιχη περσινή περίοδο και σχεδόν 14 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα κάτω από τον πενταετή μέσο όρο, με τους μεγάλους κόμβους (Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία κ.τ.λ.) να συνεχίζουν να καταγράφουν μειώσεις στα αποθέματά τους.
Οι χαμηλότερες θερμοκρασίες, που αναμένονται, είναι πιθανό να αυξήσουν τη ζήτηση προκειμένου να καλυφθούν ανάγκες θέρμανσης, ενώ ο ανταγωνισμός για τα φορτία υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) μπορεί να ενταθεί, καθώς περιοχές της Ασίας προετοιμάζονται επίσης για ψυχρότερες καιρικές συνθήκες.
Οι ανησυχίες για την προσφορά, με την ασθενέστερη ροή LNG και την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ να συμβάλουν σημαντικά, ενισχύθηκαν και από τις αισθητά χαμηλότερες διαθεσιμότητες στους τερματικούς σταθμούς Montoir και Fos Cavaou στη Γαλλία. Ταυτόχρονα, οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης προσθέτουν αβεβαιότητα, με φόβους ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις εξαγωγές LNG ως μόχλευση σε σχέση με τις συγκρούσεις λόγω Γροιλανδίας, έναν σοβαρό κίνδυνο, δεδομένου ότι η Ε.Ε. προμηθεύτηκε το 27% του φυσικού αερίου και του LNG της από τις ΗΠΑ το 2025, από μόλις 6% το 2021 (στα 81 δισ. κυβικά μέτρα από 21 δισ. κυβικά μέτρα).
Με βάση τις εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Ενεργειακής Οικονομίας και Χρηματοοικονομικής Ανάλυσης (IEEFA), το ποσοστό αυτό μπορεί να φτάσει το 2030 στο 40% των συνολικών εισαγωγών αερίου και στο 75%-80% στο LNG, καθιστώντας την Ε.Ε. δέσμια των ΗΠΑ, ιδίως στο πλαίσιο της πολιτικής για πλήρη κατάργηση των ρωσικών εισαγωγών αερίου αγωγών και LNG, της μετακίνησης δηλαδή της εξάρτησης από τη Ρωσία στις ΗΠΑ, οι οποίες ως φαίνεται επίσης χρησιμοποιούν ως όπλο το αέριο -επιχείρημα και βασικός λόγος για την απομάκρυνση της Ε.Ε. από τις ρωσικές προμήθειες.
