Σειρά χρεώσεων, που μάλιστα βαίνουν αυξανόμενες τα τελευταία χρόνια και θα συνεχίσουν να κινούνται ανοδικά, βαραίνουν δυσανάλογα τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας. Μαζί με το υψηλό κόστος της προμήθειας ρεύματος, οι συγκεκριμένες χρεώσεις εκτινάσσουν τους λογαριασμούς στα ύψη και φορτώνουν υπέρμετρα τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Τουλάχιστον τρεις σημαντικές επιβαρύνσεις φορτώνονται νοικοκυριά και μικρομεσαίοι, καθώς, εκτός από τις τεράστιες ανατιμήσεις στο καθαρό κόστος του ρεύματος, αυξήσεις μετακυλίονται στους λογαριασμούς από το υψηλό μερίδιο των μη ανταγωνιστικών χρεώσεων (π.χ., ΕΤΜΕΑΡ, ΥΚΩ), τις αδιαφανείς χρεώσεις της αγοράς εξισορρόπησης και των απωλειών δικτύου και το συνεχώς αυξανόμενο κόστος των δικτύων, αφού προβλέπονται έργα ανάπτυξης πολλών δισεκατομμυρίων που «κοινωνικοποιούνται». Οι χρεώσεις αυτές, όπως γίνεται προφανές μέχρι σήμερα, δεν είναι περιστασιακές ή έκτακτες αλλά περιλαμβάνονται «μόνιμα» σε όλους τους λογαριασμούς ρεύματος όλων των παρόχων.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι συχνά το τελικό συνολικό ποσό που καλούνται να πληρώσουν οι καταναλωτές είναι αρκετά υψηλό ακόμη κι αν έχουν περιορισμένη ή και μηδενική κατανάλωση ρεύματος. Επιπλέον, δεν μπορούν να εξαιρεθούν ή να διαχωριστούν οι χρεώσεις αυτές από εκείνες που αφορούν την κατανάλωση, δηλαδή να πληρώνεται μόνο ό,τι αφορά το ρεύμα που καταναλώνεται, κάτι που δεν λαμβάνεται υπόψη σε περίπτωση αδυναμίας εξόφλησης, με την απειλή διακοπής ηλεκτροδότησης να είναι ορατή.
Ανοδικές τάσεις παντού
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν εκ μέρους του Συνδέσμου Προμηθευτών (ΕΣΠΕΝ) σε εσπερίδα της ΡΑΑΕΥ με τίτλο «Ο σύγχρονος καταναλωτής: Ενημέρωση και προστασία», στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Αρχής στη ΔΕΘ, στην Ελλάδα το καθαρά ανταγωνιστικό σκέλος περιορίζεται περίπου στο ένα τρίτο του λογαριασμού ρεύματος, ενώ το υπόλοιπο αφορά ρυθμιζόμενες χρεώσεις, φόρους, τέλη, απώλειες, κανονικοποίηση, λογαριασμούς προσαυξήσεων (αγορά εξισορρόπησης).
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο Σχέδιο Δράσης για Προσιτή Ενέργεια (Affordable Energy Action Plan), που στοχεύει στην προσβασιμότητα και στην προσιτή ενέργεια και δίνει έμφαση στο κόστος των λογαριασμών που περιλαμβάνουν, εκτός της χρέωσης ενέργειας, και άλλες επιβαρύνσεις, έμμεσες ή άμεσες, ορισμένες εκ των οποίων συχνά δεν σαφείς και διακριτές.
Ειδικότερα, σχετικά με το κόστος των δικτύων επισημάνθηκε ότι προβλέπονται επενδύσεις 100 δισ. ευρώ ανά έτος στην Ε.Ε. έως το 2050, κάτι που μπορεί να οδηγήσει μέχρι και σε διπλασιασμό του κόστους για τους καταναλωτές. Το κόστος των δικτύων θα βαίνει αυξανόμενο φτάνοντας στα 2,2 δισ. την περίοδο 2022-2026, ενώ στη συνέχεια υπερδιπλασιάζεται, καθώς εκτιμάται πως θα ανέλθει στα 4,8 δισ. την περίοδο 2026-2030.
Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι το κόστος διαχείρισης συμφόρησης που αφορά τη διαχείριση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων το 2023 ήταν διπλάσιο έναντι του 2020. Αντίστοιχα, για τους λογαριασμούς προσαυξήσεων (αγορά εξισορρόπησης) αναφέρθηκε ότι, από 7% το 2022, έχουν εκτιναχθεί στο 21% το 2025 χωρίς τον έλεγχο του προμηθευτή (σ.σ.: αν και στην περίπτωση των καθετοποιημένων προμηθευτών-παραγωγών αυτό μάλλον δεν ισχύει) και του καταναλωτή. Μάλιστα, στις οριστικές εκκαθαρίσεις της αγοράς εξισορρόπησης για το πρώτο εξάμηνο του 2022 το κόστος κανονικοποίησης ανήλθε σε 164 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα αναφέρθηκε ότι και οι απώλειες δικτύου έχουν αυξηθεί σημαντικά στη χώρα μας, καθώς ανήλθαν σε σχεδόν 11,4% το 2023, έναντι 5,5% στην Ε.Ε, κάτι που επιφέρει μια επιβάρυνση ύψους 370 εκατ. ευρώ ανά έτος. Θυμίζουμε ότι οι απώλειες δικτύου διακρίνονται σε τεχνικές (μετατροπή ισχύος σε θερμότητα σε γραμμές και καλώδια καθώς και δημιουργία ηλεκτρομαγνητικού πεδίου στους μετασχηματιστές δικτύου) και μη τεχνικές (ρευματοκλοπές, μη μετρηθείσα κατανάλωση).
Αν και κυβέρνηση και ΔΕΔΔΗΕ επιμένουν να αναφέρονται μόνο στις ρευματοκλοπές, γνώστες της αγοράς σημειώνουν την επίδραση της ολοένα αυξανόμενης διείσδυσης ΑΠΕ στα δίκτυα. Άλλωστε, όπως φαίνεται και από τα στοιχεία του Διαχειριστή, είναι μάλλον μοιρασμένες: για παράδειγμα, το 2023 οι μέσες τεχνικές απώλειες ανήλθαν σε 5,8% και οι μέσες μη τεχνικές στο 5,57% και το 2022 σε 5,88% και 5,32% αντίστοιχα.
Πόρους για τις ρευματοκλοπές ζητά ο ΔΕΔΔΗΕ
Από πλευράς ΔΕΔΔΗΕ επισημάνθηκε στην ανωτέρω εκδήλωση της ΡΑΑΕΥ ότι το 2024 για πρώτη φορά παρατηρήθηκε σημαντική πτώση στις απώλειες δικτύου, που πάντως διαμορφώνονται στο 10,9%, δηλαδή -0,46% σε σχέση με πέρυσι (11,36%), κάτι που αποδίδεται στη «μάχη» κατά των ρευματοκλοπών. Βέβαια, η πιο βασική αλλαγή ήταν η εισαγωγή από πέρυσι της μηνιαίας επιτόπιας καταμέτρησης για τους μηνιαίους λογαριασμούς ρεύματος που θεσμοθετήθηκε και προφανώς συνέβαλε καθοριστικά στην ανακάλυψη ρευματοκλοπών, αφού το προηγούμενο διάστημα δεν γίνονταν μετρήσεις ούτε καν στο τετράμηνο για τις εκκαθαρίσεις των χρεώσεων, με τις γνωστές συνέπειες για τους καταναλωτές, που πλήρωναν υπέρογκα ποσά βασισμένα σε «ιστορικά στοιχεία» κατανάλωσης...
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διαχειριστή, σημειώθηκε μείωση των χρονίως ακαταμέτρητων παροχών που αποτελούν κίνδυνο για ρευματοκλοπές και έχουν εντοπιστεί περίπου 6.000 παροχές με «ύποπτες» καταναλώσεις, ενώ φέτος καταγράφονται 15.554 εντοπισμένες περιπτώσεις ρευματοκλοπών σημειώνοντας αύξηση κατά 67% σε σχέση με πέρυσι. Αντίστοιχα, αυξήθηκαν η συνολική εκτιμώμενη αξία των ρευματοκλοπών κατά 72% σε σχέση με το 2024, φτάνοντας στα 58,5 εκατ. ευρώ, αλλά και οι εισπράξεις κατά 86%, καθώς ανήλθαν σε 27 εκατ. σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Ωστόσο, ο ΔΕΔΔΗΕ, αν και είναι υπεύθυνος για την καθολική διαχείριση των ρευματοκλοπών (έλεγχοι, καταλογισμοί οφειλών, νομική διαδικασία, είσπραξη οφειλών), σημειώνει ότι η εντατικοποίηση των δράσεων είναι σαφές ότι επιφέρει αυξημένο λειτουργικό κόστος, το οποίο όμως αντισταθμίζεται από τις αυξημένες εισπράξεις και τη μείωση των απωλειών, «γεγονός που μας οδηγεί σε διεκδίκηση πρόσθετων πόρων από τον Ρυθμιστή ώστε να καλυφθεί το αυξημένο λειτουργικό κόστος και να συνεχιστεί η αύξηση των εισπράξεων και της συνολικής προσπάθειας».