Στο πλαίσιο της τελικής συμφωνίας μεταξύ της Κύπρου και των δανειστών της, έγινε η εξής δήλωση από τον επικεφαλής της Ευρωομάδας, Ντέισελμπλουμ: «Το πρόγραμμα διάσωσης που συμφωνήθηκε για την Κύπρο συνιστά ένα νέο πρότυπο για την επίλυση τραπεζικών προβλημάτων στην Ευρωζώνη. Και άλλες χώρες μπορεί να χρειαστεί να αναδιαρθρώσουν τους τραπεζικούς τομείς τους... ο στόχος είναι να μην χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί ποτέ ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθεροποίησης για την απευθείας ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών». (http://news.in.gr/economy/article/?aid=1231240912). Η δήλωση αυτή αξίζει ιδιαίτερης μνείας και ανίχνευσης για τις προεκτάσεις της.
Κατ' αρχήν, σε ένα καπιταλιστικό σύστημα, η έννοια της ανάληψης των επιχειρησιακών κινδύνων από τους ίδιους τους επιχειρηματίες είναι σύμφωνη με την αντίληψη της λειτουργίας της αγοράς. Εκεί δηλαδή όπου υφίσταται ιδιωτικοποίηση του κέρδους, δεν χωρεί κοινωνικοποίηση της ζημίας, εκτός εάν προκύπτουν συστημικοί κίνδυνοι, κατάρρευσης δηλαδή του συστήματος συνολικά. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι χρηματοπιστωτικοί φορείς που θεωρούνται ως ‘πολύ μεγάλοι για να επιτραπεί η πτώχευσή τους' (too-big-to-fail). Στις περιπτώσεις αυτές ενεργοποιείται η κεντρική τράπεζα, η οποία διοχετεύει ρευστότητα στη συγκεκριμένη τράπεζα. Σε ιδιαίτερα κρίσιμες συνθήκες, ενεργοποιείται και ο κρατικός προϋπολογισμός, ο οποίος επίσης διοχετεύει πόρους, δημιουργώντας τις συνθήκες για την εθνικοποίηση της υπό στήριξη τράπεζας.
Αυτή είναι η θεωρία. Στην πράξη, η πολιτική της Ε.Ε. έναντι των τραπεζών χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, παλινδρομήσεις και εθνική ιδιοτέλεια. Ειδικότερα, σημειώνουμε τις εξής... μεταλλάξεις (!) της ευρωπαϊκής πολιτικής στο συγκεκριμένο ζήτημα:
Στην κορύφωση της κρίσης, η σύνοδος των αρχηγών των κρατών - μελών της ΟΝΕ τον Οκτώβριο 2008 αποφάσισε τη χρηματοδότηση των (ιδιωτικών) τραπεζών, αναγνωρίζοντας την προσωρινή δυνατότητα των εθνικών κυβερνήσεων να εγγυώνται την έκδοση τραπεζικών ομολόγων για περίοδο μέχρι 5 έτη. Επίσης, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανέλαβαν την ευθύνη της ενίσχυσης των ιδίων κεφαλαίων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, με την αγορά προνομιούχων μετοχών. Στην ουσία, ο δημόσιος προϋπολογισμός κάθε χώρας χρηματοδότησε τις τράπεζες, διογκώνοντας έτσι το αντίστοιχο δημόσιο έλλειμμα και χρέος. Η ενίσχυση αυτή έφτασε περίπου στο ένα τρίτο του ΑΕΠ των χωρών της ΟΝΕ τα έτη 2007-2010. Περιττό να πούμε ότι ελάχιστες ήταν οι εθνικοποιήσεις τραπεζών στο πλαίσιο αυτό.
Με τη μετεξέλιξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης σε οικονομική και το ξέσπασμα της κρίσης χρέους σε Ελλάδα, Ιρλανδία και Πορτογαλία, αποφασίστηκε η ίδρυση ενός μηχανισμού διάσωσης, του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, ο οποίος ήδη υφίσταται από τον Σεπτέμβριο 2012, με κεφάλαιο 700 δισ. ευρώ. Αντικείμενο του ΕΜΣ είναι ο δανεισμός των κρατών μελών της ΟΝΕ με την έκδοση ομολόγων εγγυημένων από το σύνολο των χωρών της ΟΝΕ και βάσει αυστηρών όρων, τύπου ελληνικού Μνημονίου. Αναλαμβάνει δηλαδή ο ΕΜΣ να παίξει τον ρόλο της κεντρικής τράπεζας, δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αδυνατεί να το πράξει λόγω του ακραία νεοφιλελεύθερου καταστατικού της, που το απαγορεύει. Πρόκειται δηλαδή για ενδιάμεση λύση, περιορισμένης εμβέλειας και αποτελεσματικότητας.
Οι περιορισμένες δυνατότητες του ΕΜΣ να αντιμετωπίσει την κερδοσκοπία διαφάνηκαν το καλοκαίρι του 2012, καθώς εντείνονταν οι πιέσεις των αγορών επί των ισπανικών ομολόγων. Ουσιαστικά, ομολογώντας την αποτυχία των μέτρων που είχαν ληφθεί μέχρι τότε και ενόψει του ισπανικού κινδύνου, η σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Ιούνιο 2012 αποφάσισε τη δημιουργία μιας τραπεζικής ένωσης στην Ε.Ε. Δηλαδή, ενός ενιαίου καθεστώτος για τις τράπεζες, επικεντρώνοντας σε τρεις τομείς: την εγγύηση των καταθέσεων, τη λύση των υπερχρεωμένων τραπεζών και τη δημιουργία κοινού εποπτικού οργανισμού. Με τον τρόπο αυτό, η αντιμετώπιση των προβλημάτων των τραπεζών θα διαχωριζόταν από τον δημόσιο προϋπολογισμό. Η δημιουργία της τραπεζικής ένωσης δεν έχει προχωρήσει λόγω των αντιρρήσεων της Γερμανίας.
Τέλος, η μέθοδος που εφαρμόσθηκε στην περίπτωση της Κύπρου εμφανίζεται ως πρότυπο και για άλλες περιπτώσεις. Ήτοι, η ανάληψη του κόστους της ανακεφαλαιοποίησης μιας υπερχρεωμένης τράπεζας από τους κατόχους μετοχών, ομολόγων και ανασφάλιστων (άνω των 100.000 ευρώ) καταθέσεων της συγκεκριμένης τράπεζας. Με τον τρόπο αυτό, διαψεύδεται η προσδοκία είναι ότι ο ΕΜΣ θα μπορεί να ανακεφαλαιοποιεί τις τράπεζες της Ευρωζώνης. Δεδομένου ότι ούτε η τραπεζική ένωση σημειώνει πρόοδο, είναι φανερό ότι η ηγεσία της Ευρωζώνης επέστρεψε στο σημείο εκκίνησης της κρίσης, δηλαδή στο σημείο 0, με μια διαφορά. Οι ιδιωτικές τράπεζες των χωρών του πυρήνα της Ευρωζώνης (Γερμανία, Γαλλία, κ.λπ.) ήδη ενισχύθηκαν από κρατικούς πόρους. Συνεπώς το νέο δόγμα αφορά σε χώρες που αδυνατούν να το πράξουν, όπως η Κύπρος. Με την έννοια αυτή, το κατά Ντέισελμπλουμ «νέο πρότυπο για την επίλυση τραπεζικών προβλημάτων» κρίνεται από υποκριτικό έως ανήθικο.
Συνολικά, η αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης και των συνεπειών της από την ευρωπαϊκή ηγεσία, με τη στενή καθοδήγηση της Γερμανίας, υποδηλώνει όχι μόνο έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου ή οράματος για μια ενωμένη Ευρώπη, αλλά και πλήρη εθνική ιδιοτέλεια. Η έννοια της οικονομικής αλληλεγγύης μεταξύ των εταίρων απουσιάζει, ενώ η τελευταία πράξη με αφορμή την Κύπρο υπογραμμίζει την επιστροφή των κυρίαρχων κρατών - μελών της Ευρωζώνης και κυρίως της Γερμανίας στις εθνικές τους προτεραιότητες. Ταυτόχρονα, η στάση αυτή υποβιβάζει πλήρως τον κοινωνικό χαρακτήρα και τις δυσμενείς κοινωνικές επιπτώσεις των μέτρων για την αντιμετώπιση της κρίσης. Όσο η ευρωπαϊκή ηγεσία αυτοσχεδιάζει, με μυωπικό γνώμονα το στενό εθνικό συμφέρον, τόσο χάνει σε αξιοπιστία και σε προοπτική, υποσκάπτοντας τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.