Μεγάλο πλήγμα όχι μόνο για τα πραγματικά εισοδήματα αλλά και για τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών αποτελεί ο πληθωρισμός στην Ελλάδα. Η Ελλάδα ήταν το 2022, όπως επισημαίνει το ΙΟΒΕ, η χώρα της Ευρώπης με το χαμηλότερο ποσοστό αποταμίευσης επί του διαθέσιμου εισοδήματος και μάλιστα η μοναδική με αρνητικό ποσοστό, που σημαίνει ότι τρώμε... από τα έτοιμα. Το ίδιο θα επαναληφθεί, όπως εκτιμά η Κομισιόν, και το 2023, προκαλώντας μεγάλη ανησυχία ενόψει της δύσκολης συνέχειας.
Το ΙΟΒΕ κρούει καμπανάκι κινδύνου για το χαμηλό ποσοστό αποταμίευσης, τονίζοντας ότι ο υψηλός ρυθμός αποταμίευσης είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη μακροχρόνια οικονομική μεγέθυνση μιας χώρας και τη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της, καθώς δημιουργεί τον απαραίτητο χώρο για επενδύσεις σε συνδυασμό με ένα βιώσιμο εξωτερικό ισοζύγιο. Αξίζει δε να σημειωθεί πως οι καταθέσεις αποτελούν πάνω από το μισό του συνόλου των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών. Ένας υψηλός ρυθμός αποταμίευσης είναι κρίσιμος για την άμβλυνση των περιορισμών που αντιμετωπίζει ο τραπεζικός τομέας, κυρίως λόγω του υψηλού ποσοστού κόκκινων δανείων.
Τα στοιχεία
Η Ελλάδα, ωστόσο, όπως τονίζει το ΙΟΒΕ, εμφανίζει όχι μόνο τον μικρότερο αλλά και τον μοναδικό αρνητικό ρυθμό αποταμίευσης των νοικοκυριών στην Ε.Ε., καθώς η καταναλωτική δαπάνη είναι μεγαλύτερη του διαθέσιμου εισοδήματος. Η παρατεταμένη ελληνική ύφεση της προηγούμενης δεκαετίας εξάλειψε τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών, ο αρνητικός ρυθμός των οποίων ανακόπηκε μόνο προσωρινά, την περίοδο της πανδημίας. Όμως, υποχώρησε στο -4,3% για το 2022, παρά την ισχυρή ανάκαμψη της ελληνική οικονομίας κατά το προηγούμενο έτος.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο ρυθμός αποταμίευσης των νοικοκυριών είναι «κυκλικός», καθώς η ανάκαμψη μιας οικονομίας, συνοδευόμενη από τη μείωση της ανεργίας και την αύξηση των μισθών, διευρύνει τα διαθέσιμα εισοδήματα των νοικοκυριών επιτρέποντας κατ’ επέκταση την αύξηση των αποταμιεύσεων. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ελλάδας, η ανάπτυξη του προηγούμενου έτους, η οποία συνοδεύτηκε από σημαντική πτώση της ανεργίας και σταδιακή αύξηση του μισθολογικού κόστους, όχι μόνο δεν ενίσχυσε τον ρυθμό αποταμίευσης των νοικοκυριών, αλλά για το 2022 καταγράφηκε εντονότερα αρνητικός ρυθμός σε σχέση με το προ πανδημίας επίπεδό του
Χρειάζονται μέτρα
Για το 2023, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Απρίλιος 2023) εκτιμά πως ο ρυθμός αποταμίευσης των νοικοκυριών θα συνεχίσει να είναι αρνητικός, ωστόσο μικρότερος σε απόλυτο μέγεθος (-1,2%) σε σχέση με το προηγούμενο έτος, καθώς ο πληθωρισμός αποκτά διάρκεια, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί σταδιακά μειώνουν το ύψος των οικονομικών μέτρων στήριξης, οπότε το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και κατ’ επέκταση η αποταμίευση νοικοκυριών και επιχειρήσεων αναμένεται να συρρικνωθούν περαιτέρω. Ωστόσο, το μεγάλο αποταμιευτικό «κενό» των ελληνικών νοικοκυριών σε σχέση με τον μ.ό. της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταδεικνύει πως υπάρχει αρκετός χώρος για πολιτικές στήριξης της εγχώριας ιδιωτικής αποταμίευσης, όπως η παροχή κατάλληλων φορολογικών κινήτρων για μακροχρόνιες επενδύσεις ιδιωτών μέσω κεφαλαιαγοράς, οι οποίες θα μπορέσουν να ενισχύσουν τη ροή των εθνικών αποταμιευτικών πόρων, επιτρέποντας στην ελληνική οικονομία να εισέλθει σε ένα μονοπάτι βιώσιμης οικονομικής μεγέθυνσης με ισοσκελισμένο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και με αύξηση του μεριδίου των επενδύσεων στην ανάπτυξη.
Από εκεί και πέρα, μια άλλη αρνητική επίπτωση του πληθωρισμού στη συσσώρευση αποταμιεύσεων είναι μέσω των πραγματικών επιτοκίων. Ένας υψηλός και επίμονος πληθωρισμός, μεγαλύτερος της αντίστοιχης αύξησης των ονομαστικών επιτοκίων, αποθαρρύνει τις αποταμιεύσεις των νοικοκυριών, τα οποία ενδέχεται να καταναλώσουν τα χρήματά τους πριν χάσουν την αξία τους. Όσο αφορά τα τραπεζικά επιτόκια, ενώ η άνοδος των βασικών επιτοκίων από την ΕΚΤ κατά τα προηγούμενό έτος φαίνεται ήδη να έχει ενσωματωθεί, έστω και εν μέρει, στα ονομαστικά επιτόκια δανεισμού των ελληνικών τραπεζών, επιβαρύνοντας τους δανειολήπτες, τα αντίστοιχα επιτόκια καταθέσεων παραμένουν σχετικά χαμηλά, με αποτέλεσμα την εκροή καταθέσεων από το τραπεζικό σύστημα.