Οχι μόνο δεν υπάρχουν στο Πρόγραμμα Σταθερότητας που έχει κατατεθεί στις Βρυξέλλες οι προεκλογικές δεσμεύσεις της Ν.Δ. για αύξηση μισθών στο Δημόσιο, αύξηση στον κατώτατο μισθό στα 950 ευρώ και αύξηση του αφορολόγητου. Αλλά δεν υπάρχουν και τα περίφημα σενάρια που ορισμένοι ψιθύριζαν στα τηλεπαράθυρα για «ξεπάγωμα» των τριετιών στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα. Κι αυτό καθώς προϋπόθεση για να επαναλειτουργήσει το καθεστώς των τριετιών είναι το ποσοστό της ανεργίας μεσοσταθμικά σε ετήσια βάση να πέσει κάτω από 10%.
Αν και τον περασμένο Μάρτιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat, η ανεργία υποχώρησε, η Κομισιόν στις εαρινές προβλέψεις της για την Ελλάδα δεν βλέπει άμεση αποκλιμάκωση της ανεργίας, αντίθετα προβλέπει αργή μείωση, κάνοντας λόγο για 11,8% έως το 2024 και αποκλιμάκωση κάτω από 10% από το 2027. Όπως ακριβώς προβλέπει το Πρόγραμμα Σταθερότητας που κατατέθηκε στην Κομισιόν, και εκτιμούσε πως η ανεργία αναμένεται να μειωθεί σε 11,8% το 2023 και να αποκλιμακωθεί σε 10,9% το 2024, 10% το 2025 και 9,8% το 2026.
Μείωση του εργατικού δυναμικού
Επιπλέον, στον προϋπολογισμό του τρέχοντος έτους η εκτίμηση του οικονομικού επιτελείου για το ποσοστό της ανεργίας το 2023 είναι ότι θα διαμορφωθεί στο 12,7%.
Αξίζει εδώ να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με τη ΓΣΕΒΕΕ, η μείωση του ποσοστού ανεργίας που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια είναι περισσότερο αποτέλεσμα της μείωσης του ποσοστού συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό και της επακόλουθης μείωσης του εργατικού δυναμικού και όχι τόσο της αύξησης της απασχόλησης.
Τέλος, σημειώνεται ότι ακόμη κι αν «ξεπαγώσουν» οι τριετίες (αυξήσεις 10% ανά τρία χρόνια), αναμένεται ότι θα αρχίσουν να μετρούν από εκείνη τη χρονική περίοδο και όχι αναδρομικά από το 2012 που «πάγωσαν». Για παράδειγμα, κάποιος υπάλληλος με προϋπηρεσία 3 ετών την 1η Ιανουαρίου 2012 και προσαύξηση 10% στον μισθό του, με τις τριετίες θα έπρεπε να πάρει επιπλέον 10% την 1η Ιανουαρίου 2015, κλείνοντας δηλαδή 6 χρόνια δουλειάς. Αντίστοιχα, την 1η Ιανουαρίου 2018, όταν έκλεισε 9 χρόνια προϋπηρεσίας, θα έπρεπε να πάρει επιπλέον 10%, δηλαδή συνολικά αύξηση της τάξης του 30% (10% από την πρώτη τριετία και +20% από τις δύο επόμενες).
Αν και υπάρχουν εισηγήσεις ώστε να μετρήσουν αναδρομικά οι τριετίες όταν έχουν διανυθεί στον ίδιο εργοδότη, μέχρι τώρα η Ν.Δ. αποφεύγει να ανοίξει τα χαρτιά της.
Η διαρκής συρρίκνωση
1. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διατήρησε «παγωμένους» τους μισθούς μέχρι τον Ιανουάριο του 2022, όταν και χορηγήθηκε η πρώτη αύξηση του 2%, ενώ η δεύτερη παρέμβαση έγινε πολύ αργότερα (Μάιος 2022), με νέα αύξηση 7,7%. Αποτέλεσμα, οι αυξήσεις του 2022 έχουν πλήρως εξαφανιστεί από το ράλι του πληθωρισμού. Συγκεκριμένα, η καθαρή αύξηση των μισθών στη χώρα μας το 2022 ήταν 6,65% (2% επί 12 μήνες, 7,7% επί 8 μήνες), ενώ ο πληθωρισμός έκλεισε στο 9,6%. Οι πραγματικές απώλειες στο εισόδημα των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα ήταν ακόμα μεγαλύτερες λόγω της ακρίβειας, αλλά και της αισχροκέρδειας που εξακολουθεί σε μια σειρά από βασικά είδη διατροφής.
2. Επιπλέον, η χαμηλότερη συνολική αύξηση σε σχέση με τον πληθωρισμό επέφερε απώλεια της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού κατά 12,7% και του μέσου μισθού κατά 8,5%. Με αυτά τα δεδομένα, και η προχθεσινή αύξηση του 9,5% δεν μπορεί να καλύψει τις απώλειες των προηγούμενων ετών, σε βαθμό που η απώλεια της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού θα είναι 7% και του μέσου μισθού 12%.
3. Η κατάργηση των ωριμάνσεων έχει στερήσει έως και τρεις τριετίες από τον εργαζόμενο του ιδιωτικού τομέα, ενώ δεν είναι στα «βασικά» και το επίδομα γάμου συν 10% (παραμένουν τα επιδόματα τέκνων, επιστημονικό, ανθυγιεινό). Άρα, από το 2012 που πάγωσαν οι τριετίες μέχρι σήμερα οι μισθωτοί έχουν χάσει μέχρι και 40% των αμοιβών τους. Αποτέλεσμα, πάνω από τον κατώτατο μισθό και με αμοιβές έως και 1.000 ευρώ αμείβεται το 50% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, γεγονός που διευρύνει ιδιαίτερα κατά την περίοδο των υψηλών πληθωριστικών πιέσεων την κατηγορία των «φτωχών εργαζομένων».