Live τώρα    
Εργασιακά / Η απουσία κλαδικών συμβάσεων καθηλώνει τους μέσους μισθούς
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Εργασιακά / Η απουσία κλαδικών συμβάσεων καθηλώνει τους μέσους μισθούς

132806413a.jpg

Στις αρχές του περασμένου Σεπτεμβρίου, 8 στους 10 εργαζόμενους δήλωναν σε έρευνα της ΓΣΕΕ ότι δεν έχουν λάβει καμία αύξηση στους μισθούς τους το 2022, επιβεβαιώνοντας σχεδόν με ακρίβεια ότι οι διαδοχικές αυξήσεις που δόθηκαν πέρυσι στον κατώτατο μισθό (2% + 7,5%) δεν «ακούμπησαν» παρά πολύ περιορισμένο αριθμό από τους εργαζόμενους που αμείβονται με υψηλότερους μισθούς από τον κατώτατο.

Επιβεβαιώνοντας τα ευρήματα της έρευνας, το ΙΝΕ αποκάλυψε την πραγματικότητα που βιώνει η μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα:

«Την τελευταία δεκαετία μόλις το 25% των εργαζομένων, περίπου 900.000, καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις». Στους περίπου 700.000 εργαζόμενους που καλύπτονται μισθολογικά από την αύξηση του κατώτατου μισθού υπάρχουν άλλοι περίπου 200.000 παλαιοί εργαζόμενοι, που βρίσκονται στην αγορά εργασίας πριν το 2012 και οι οποίοι λόγω τριετιών και προϋπηρεσίας επηρεάζονται θετικά κάθε φορά που αυξάνεται ο κατώτατος μισθός.

Μόλις 24 κλαδικές συμβάσεις

Υπεύθυνη για τη μισθολογική στασιμότητα, που οδηγεί εν μέσω δραματικά υψηλού πληθωρισμού και ακρίβειας σε καταβαράθρωση τις πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων και σε διαρκή αιμορραγία την αγοραστική τους δύναμη, είναι ο μικρός αριθμός συλλογικών συμβάσεων την τελευταία δεκαετία και κυρίως ο εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός των εργαζομένων που καλύπτονται από κλαδικές συμβάσεις εργασίας τα τελευταία τρία χρόνια.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2021 υπογράφτηκαν μόλις 16 εθνικές κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις εργασίας, 9 τοπικές ομοιοεπαγγελματικές και 182 επιχειρησιακές, ενώ συνολικά οι κλαδικές συμβάσεις που έχουν υπογραφεί από το 2020 δεν ξεπερνούν τις 24.

Σύμφωνα με την εκτίμηση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, οι εξαιρετικά περιορισμένες κλαδικές συμβάσεις εργασίας που είναι σε ισχύ προκαλούν καθήλωση των αμοιβών σχεδόν 1 εκατ. εργαζομένων, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν μηνιαίες αμοιβές λίγο πάνω από τον κατώτατο μισθό. Επίσης, άλλοι 800.000 νέοι εργαζόμενοι που μπήκαν στην αγορά εργασίας μετά τις 12.2.2012 δεν έχουν ενίσχυση των αποδοχών τους, οι περισσότεροι αμείβονται με τα κατώτατα όρια ή λίγο πάνω από αυτά, καθώς τριετίες και προσαυξήσεις παραμένουν παγωμένες, μέχρι η ανεργία να πέσει κάτω από το 10%.

Σύμφωνα με το ΙΝΕ, η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη -από την πρόσφατη ευρωπαϊκή Οδηγία- να αυξήσει το ποσοστό κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις στο 80% των εργαζομένων. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να αυξήσει το ποσοστό κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις κατά 54,2 ποσοστιαίες μονάδες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποσοστό κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές διαπραγματεύσεις στην Ελλάδα είναι στο 25,8% και βρίσκεται κοντά στο αντίστοιχο της Λετονίας και της Σλοβακίας, όταν στις χώρες της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης τα ποσοστά κάλυψης ξεπερνούν το 70%.

Εργασιακά

ΟΟΣΑ: Δεν αρκεί η αύξηση στον κατώτατο μισθό

Τον δραματικά μικρό αριθμό των κλαδικών συμβάσεων στην Ελλάδα αναγνωρίζει η τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιοποιήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα, καλώντας την κυβέρνηση να ενισχύσει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις σε κλαδικό επίπεδο.

Η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων που αμείβονται με μισθό μεγαλύτερο του κατώτατου «έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες εισοδηματικές απώλειες. Η εισοδηματική πολιτική, ιδιαίτερα σε μία περίοδο υψηλού πληθωρισμού, δεν μπορεί να γίνεται μόνο μέσα από τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού» σημειώνει ο Οργανισμός, καλώντας την κυβέρνηση να ενισχύσει τη χρήση των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε κλαδικό επίπεδο ως το βασικό μέσο για τον καθορισμό των μισθών: «Ενισχύστε τη χρήση των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε κλαδικό επίπεδο ως το βασικό μέσο για τον καθορισμό των μισθών, εστιάζοντας στη στήριξη προς τους κοινωνικούς εταίρους για την εφαρμογή των κλαδικών συμφωνιών στο επίπεδο των επιχειρήσεων» ανέφερε στην έκθεσή του ο Οργανισμός.

Κάλυψη στο 70%

Ενόψει της νέας αύξησης στον κατώτατο μισθό, που σύμφωνα με ορισμένα σενάρια μπορεί οι κατώτατες αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα να φτάσουν τα 780 ευρώ, η ΓΣΕΕ ζητεί να υλοποιηθεί άμεσα ένα μείγμα παρεμβάσεων έτσι ώστε να προστατευτεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό το βιοτικό επίπεδο των μισθωτών. Προτείνοντας προσαρμογή του κατώτατου μισθού στο επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης (60% του διάμεσου μισθού πλήρους απασχόλησης), δηλαδή διαμόρφωση του κατώτατου μισθού στα 850 ευρώ, αλλά και σημαντική αύξηση του ποσοστού κάλυψης των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας για το 70% των μισθωτών.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0