Live τώρα    
Στέλιος Ψωμάς / Ενεργειακή κρίση και ενεργειακή ασφάλεια οι λόγοι επίσπευσης των ΑΠΕ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Στέλιος Ψωμάς / Ενεργειακή κρίση και ενεργειακή ασφάλεια οι λόγοι επίσπευσης των ΑΠΕ

στέλιος ψωμάς
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε εξέλιξη η  διαδικασία ενεργειακής μετάβασης, με στόχο την ενίσχυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Η διαδικασία αυτή θα ολοκληρωθεί με την απανθρακοποίηση της οικονομίας σε βάθος δεκαετιών. Στο πλαίσιο αυτό ο πόλεμος στην Ουκρανία έφερε στην επιφάνεια το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας, ενώ η ενεργειακή κρίση έχει δημιουργήσει ένα ασφυκτικό περιβάλλον για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, λόγω των υψηλών τιμών. «Η ενεργειακή κρίση,  η  ενεργειακή ασφάλεια αποτελούν τους λόγους για τους οποίους πρέπει να επιταχύνουμε τις επενδύσεις στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας» αναφέρει στην Αυγή της Κυριακής  ο κ. Στέλιος Ψωμάς ενεργειακός σύμβουλος και σύμβουλος του Συνδέσμου Εταιριών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ). Παράλληλα, επισημαίνει πως «χρειάζεται μια ευρωπαϊκή στρατηγική και να ενισχυθεί η εγχώρια βιομηχανία για να σταθεί στα πόδια της για λόγους πολιτικής ανεξαρτησίας». Τέλος, αναφέρει πως πρέπει να υπάρξει στήριξη της αυτοπαραγωγής για τις επιχειρήσεις, «γιατί λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους τίθεται θέμα επιβίωσης τους».

Η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας δεν ξεκίνησε τώρα. Υπάρχει σε εξέλιξη όμως μια διαδικασία αλλαγής του νομοθετικού πλαισίου. Ποιες αλλαγές έγιναν αυτά τα χρόνια και που βρισκόμαστε τώρα;

Η Ελλάδα απέκτησε νομοθεσία για τα φωτοβολταϊκά το 2006, η οποία μάλιστα έδινε γενναίες τιμές. Υπήρχε ένα πρώτο κύμα ανάπτυξης, την περίοδο 2011- 2013, το οποίο έβγαλε τα φωτοβολταϊκά από την αφάνεια. Στη συνέχεια είχαμε το περίφημο new deal και τις αναδρομικές μειώσεις και το «πάγωμα» της αγοράς, που κράτησε περίπου μια δεκαετία για έναν ουσιαστικά λόγο. Πλέον, δεν είχαμε ένα κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο. Το καινούργιο θεσμικό πλαίσιο ήρθε το 2016 με το νόμο 4414, ο οποίος έλεγε πώς από εδώ και πέρα αμείβονται τα φωτοβολταϊκά πάρκα και ο οποίος εισήγαγε για πρώτη φορά την έννοια των διαγωνιστικών διαδικασιών για τα φωτοβολταϊκά. Με βάση αυτό το μοντέλο δουλεύουμε και τώρα και όσα έργα έχουν γίνει πραγματοποιήθηκαν με διαγωνισμούς ή με σταθερές τιμές που προβλέπονται για τα μικρά έργα. Το 2020 είχαμε την έναρξη της λειτουργίας του target model που δίνει τη δυνατότητα από φέτος άμεσης συμμετοχής στην αγορά ή σύναψης διμερών συμβάσεων. Έχει αποδειχθεί ότι τα κύματα επενδύσεων εμφανίζονται όχι μόνο όταν υπάρχουν κίνητρα, αλλά με απλοποίηση της διαδικασίας. Αυτό έγινε και τώρα για αυτό φτάσαμε να έχουμε 100GW αιτήσεις στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας.  Ωστόσο, δεν υπήρξε εγκαίρως το σήμα στους διαχειριστές ότι θα πρέπει να προετοιμαστούν για 500 αιτήσεις σε ένα τρίμηνο και δεν είναι τυχαίο ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει η αγορά είναι τα δίκτυα. Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι φτάσαμε στην υπουργική απόφαση του Αυγούστου που προσπαθεί να λύσει ένα γόρδιο δεσμό και το κάνει με άσχημο τρόπο. Το επενδυτικό ενδιαφέρον όμως συνεχίζει να υπάρχει. Εκείνοι όμως που «ζορίζονται» με το κόστος των έργων είναι οι «μικροί» παίκτες, γιατί αυτοί παίζουν με σταθερή τιμή η οποία καθορίστηκε σε μια εποχή που το κόστος των υλικών είχε πέσει πολύ κάτω. Τώρα με την ίδια σταθερή τιμή και με πληθωρισμό 12% καλούνται να βγάλουν την ίδια επένδυση με υψηλότερο κόστος.

Ο ΑΔΜΗΕ το παραδέχεται ότι χωρίς ανάπτυξη δικτύου δεν μπορεί να προχωρήσει το επενδυτικό ενδιαφέρον.

Έτσι ακριβώς, έχουμε περίπου 87GW που έχουν βεβαίωση παραγωγού. Από αυτά 56GW είναι φωτοβολταϊκά με βεβαίωση παραγωγού ήδη. Έργα που ήδη λειτουργούν και έχουν οριστικούς όρους σύνδεσης ή έχουν πλήρη φάκελο για να πάρουν οριστικούς όρους σύνδεσης είναι 43GW (φωτοβολταϊκά και αιολικά) και το δίκτυο με τον προγραμματισμό που κάνει ο ΑΔΜΗΕ για το 2030 θα χωράει 28,5GW. Άρα, οι μισοί μένουν έξω. Το ερώτημα είναι θα μπορούσαν να γίνουν όλα τα έργα. Προφανώς και όχι.

Άρα θα εκδηλωθεί το ενδιαφέρον και κάποιοι θα «κοπούν».

Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι όταν θα «κόψεις» κάποιους να υπάρχει ένα διαφανές καθεστώς για το πώς κόβονται. Ακόμα και η υπουργική απόφαση του Αυγούστου θα έπρεπε να είχε βγει δυο χρόνια, αλλά το ΥΠΕΝ την καθυστέρησε με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τετελεσμένα και απαιτήσεις. Αν οι κανόνες ήταν ξεκάθαροι εξαρχής το 2020 με το νόμο για την απλοποίηση και ότι με συγκεκριμένα κριτήρια θα εξυπηρετηθούν οι επενδυτές δεν θα είχαμε θέμα τώρα. Εκ των υστέρων πάνε να βάλουν προτεραιότητες.

Το τελευταίο διάστημα υπάρχουν καταγγελίες για αδιαφάνεια σε σχέση με τη δημοσίευση των αιτημάτων σύνδεσης. Ισχύει αυτό;

Αν είχε γίνει το 2020 η αλλαγή της νομοθεσίας, η οποία προβλέπει ότι κάθε δύο μήνες οι διαχειριστές θα βγάζουν λίστες και θα έχουν κάθε υποσταθμό, κάθε γραμμή, ποιος έκανε την αίτηση, πότε την έκανε την αίτηση, δεν θα υπήρχε αυτή η συζήτηση. Ακόμα δεν έχουμε τη λίστα. Ο ΑΔΜΗΕ θα μπορούσε να βγάλει μια πρώτη λίστα με τις κατηγορίες στις οποίες ανήκει κάθε έργο. Προφανώς και υπάρχει αδιαφάνεια θα έπρεπε να είναι όλα αυτά online. Να είναι οι κανόνες γνωστοί. Για να ξέρεις αν καθυστέρησες ή δεν πληρούσες τα κριτήρια και για τους λόγους αυτούς φταις εσύ και όχι κάποιος υπάλληλος, ενώ τώρα μπορείς να υποψιαστείς οποιονδήποτε. Σε κάθε περίπτωση ξέρουμε ότι υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον, ότι τα έργα αυτά θα υλοποιηθούν με χαμηλό κόστος που να μην επιβαρύνεται ο καταναλωτής.

Επειδή όμως μιλάμε για την ενεργειακή μετάβαση. Το ερώτημα είναι εάν θα δημιουργήσουν προστιθέμενη αξία οι επενδύσεις στις ΑΠΕ και νέες θέσεις εργασίας.

Εάν πάρεις το κύκλο ζωής ενός φωτοβολταϊκού από το  εργοστάσιο μέχρι να πάει στο σπίτι και μετά στην ανακύκλωση η εγχώρια προστιθέμενη αξία είναι πάνω από 50%. Σε σχέση με τα υλικά είναι της τάξης του 10-15%, τις βάσεις τα καλώδια τα κάνουμε εμείς, έχουμε software για την παρακολούθηση των συστημάτων τα εργατικά για την εγκατάσταση είναι εγχώρια, όπως και το κομμάτι της συντήρησης. Χρειάζεται όμως και ευρωπαϊκή στρατηγική, να ενισχυθεί η εγχώρια βιομηχανία για να σταθεί στα πόδια της για λόγους πολιτικής ανεξαρτησίας.

Ένας από τους στόχου της ευρωπαϊκής πολιτικές είναι ο ρόλος της αυτοπαραγωγής. Εκεί που βρισκόμαστε;

Είχαμε ελάχιστα έργα οικιακών με αυτοπαραγωγή περίπου ένα ποσοστό 4% όλης της αυτοπαραγωγής σε επίπεδο ισχύος. Βέβαια, με το νόμο του Ιουλίου θα δοθεί μια ώθηση, καθώς έχει δημιουργηθεί καινούργιος ηλεκτρικός χώρος μέχρι 2GW που φτάνει για όλη τη δεκαετία. Υπάρχουν όμως μια σειρά από προβλήματα, όπως  το κόστος το οποίο επιβαρύνεται από το δεύτερο μετρητή, που είναι περίπου 500 ευρώ  και καθυστερεί και τρεις μήνες, μέχρι να πάρει πιστοποίηση. Υπάρχουν και άλλα θέματα: όταν βάλεις το φωτοβολταϊκό στο κτίριο σου πάνω δεν χρειάζεται περιβαλλοντικό πιστοποιητικό. Αν το βάλεις στο οικόπεδο σου επί εδάφους πρέπει να πάρεις απαλλαγή. Δεν έχουν λυθεί θέματα που αφορούν τη συλλογική αυτοπαραγωγή, όπως μέσα στις πολυκατοικίες. Θεωρώ όμως πως κατά προτεραιότητα φωτοβολταϊκά πρέπει να  μπουν στις επιχειρήσεις. Γιατί λόγω του υψηλού ενεργειακού κόστους γι’ αυτές τίθεται θέμα επιβίωσης, ενώ για έναν επενδυτή που θέλει να φτιάξει ένα φωτοβολταϊκό πάρκο είναι να αβγατίσει τα λεφτά που έχει στην άκρη.

Υπάρχει όμως και η κατηγορία των μικρών έργων όπου εντάσσονται και οι ενεργειακές κοινότητες. Ποια είναι η δυναμική τους;

Το τελευταίο διάστημα υπάρχει έντονη κινητικότητα. Η χώρα έχει το πιο πλήρες θεσμικό πλαίσιο. Έχουμε πάνω από 1.000 ενεργειακές  κοινότητες με 680MW εκτελεστέων έργων. Ωστόσο, πολλές από αυτές δεν είναι εκείνες που ήθελε να δει ο νομοθέτης, είναι τεχνάσματα. Αυτές κάνουν ζημιά παρά  καλό. Σε κάθε περίπτωση όμως μια κοινότητα που εξυπηρετεί ανάγκες που δεν μπορούν να καλυφθούν αλλιώς πρέπει να την ευνοήσεις.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0