Σοβαρές αναταράξεις προκαλεί στην αγροτική παραγωγή, στις αγορές τροφίμων και τελικά στην κοινωνία ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία, κυρίως γιατί επιτείνει τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα των υψηλών τιμών και των συνεπειών της πανδημίας.
Οργανισμοί και φορείς επισημαίνουν ότι η παραγωγή τροφίμων φέτος θα είναι επαρκής ώστε να θρέψει τον παγκόσμιο πληθυσμό, ωστόσο οι απαγορεύσεις εξαγωγών και οι υψηλές τιμές βασικών προϊόντων (ελέω χρηματιστηρίων και εκρηκτικού κόστους σε ενέργεια και μεταφορές) είναι πιθανό να εμποδίσουν τις φτωχότερες χώρες αλλά και τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά να προμηθευτούν τις αναγκαίες ποσότητες τροφίμων.
Η Ουκρανία και η Ρωσία είναι σημαντικοί εξαγωγείς τροφίμων, καθώς παρέχουν καθεμία περίπου το 6% των μεριδίων της παγκόσμιας αγοράς σε θερμίδες τροφίμων, κάτι που τώρα απειλείται. Όμως, ακόμα και τον Φεβρουάριο 2022, πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι τιμές των τροφίμων ήταν σε υψηλά επίπεδα, ιδίως λόγω της αύξησης της ζήτησης την περίοδο ανάκαμψης από τον Covid-19 και της διακοπής των αλυσίδων εφοδιασμού κατά την πανδημία.
Oπως φαίνεται, ο πόλεμος και οι κυρώσεις ισοδυναμούν με μεγαλύτερη διάρκεια των υψηλών τιμών και χαμηλότερη προσφορά τροφίμων που, σε συνδυασμό με την έκρηξη των ενεργειακών τιμών, θα έχουν επιπτώσεις στον παγκόσμιο πληθωρισμό και στην αγοραστική δυνατότητα των καταναλωτών.
Μεγάλοι εξαγωγείς
Η Ουκρανία και η Ρωσία διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε σιτάρι, κριθάρι, αραβόσιτο, ηλιόσπορους και ηλιέλαια. Το μερίδιο της Ουκρανίας στις παγκόσμιες εξαγωγές κριθαριού και σιταριού αυξήθηκε το 2021 σε 14% και 10%, αντίστοιχα, και της Ρωσίας σε 12% και 18%, αντίστοιχα.
Οι δύο χώρες αντιπροσωπεύουν από κοινού το 57% των παγκόσμιων εξαγωγών ηλιελαίου. Οι τιμές του ηλιελαίου ήταν ήδη σε ιστορικά υψηλά τον Φεβρουάριο 2022, που αποτέλεσαν τον κύριο μοχλό του πληθωρισμού των τροφίμων από τα τέλη του 2021. Οι υψηλές τιμές ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού κακοκαιρίας, κακής συγκομιδής και εκτίναξης των τιμών της ενέργειας. Ο πόλεμος αναμένεται να αυξήσει κι άλλο την πίεση στις τιμές των φυτικών ελαίων, δεδομένης της σημασίας της περιοχής για την παραγωγή, αφού 35%-40% του ηλιελαίου της Ε.Ε. προέρχεται από την Ουκρανία.

Οι πιο ευάλωτοι
Σύμφωνα με τη δεξαμενή σκέψης των Βρυξελλών Bruegel, οι πιο ευάλωτες είναι οι χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, που βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στις εισαγωγές για να διατηρήσουν την κατανάλωση δημητριακών τους και εισάγουν περισσότερο από το 10% των αναγκών τους από Ουκρανία και Ρωσία. Οι πιο επισφαλείς είναι οι Ιορδανία, Υεμένη, Ισραήλ και Λίβανος, ενώ και η Λιβύη είναι εξαιρετικά ευάλωτη.
Ορισμένες χώρες της Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας έχουν μεγαλύτερο μερίδιο στην εγχώρια παραγωγή δημητριακών, αλλά βασίζονται πλήρως στην Ουκρανία και τη Ρωσία για τα σιτηρά που εισάγουν: Αρμενία (92% των εισαγωγών από τις δύο χώρες), Γεωργία (85%), Αζερμπαϊτζάν (77%).
Ευάλωτες είναι και ορισμένες χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, κυρίως Σουδάν και Κονγκό, επειδή, παρά το ότι εξαρτώνται από Ουκρανία και Ρωσία σε περιορισμένο βαθμό για τα δημητριακά, έχουν μικρή οικονομική ικανότητα προσαρμογής στις αυξανόμενες τιμές και στις διαταραχές εφοδιασμού.
Ο ρόλος των λιπασμάτων
Συγχρόνως, άλλος ένας βασικός παράγοντας που συνδέεται με τον πόλεμο και θα επηρεάσει την προσφορά τροφίμων είναι η διάθεση και οι τιμές των λιπασμάτων, οι οποίες επίσης ήταν σε ανοδική τροχιά προ πολέμου, λόγω κυρίως του υψηλότερου κόστους του φυσικού αερίου που περιόρισε σημαντικές εισροές για την παραγωγή τους, όπως η αμμωνία.
Η Ρωσία και η Λευκορωσία είναι ο πρώτος και ο έκτος, αντίστοιχα, μεγαλύτερος παγκόσμιος εξαγωγέας λιπασμάτων, αντιπροσωπεύοντας, συνολικά, το 20% της παγκόσμιας προσφοράς. Η Ρωσία αντιπροσωπεύει σχεδόν το 1/10 των παγκόσμιων αζωτούχων και φωσφορικών λιπασμάτων, ενώ η Λευκορωσία αντιπροσωπεύει περίπου 1/3 της παραγωγής ποτάσας. Η Ρωσία άλλωστε έχει ανακοινώσει απαγορεύσεις εξαγωγών λιπασμάτων σε “μη φιλικές χώρες”.
Αναμένονται όμως και έμμεσες επιπτώσεις, σύμφωνα με το Βruegel, καθώς η παραγωγή λιπασμάτων είναι ιδιαιτέρως ενεργοβόρα διότι βασίζεται κυρίως στο φυσικό αέριο. Η παραγωγή λιπασμάτων και ιδίως η αμμωνία αντιπροσωπεύει το 1%-2% της παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας.
Οι διαταραχές στην παγκόσμια αγορά λιπασμάτων επιδρούν στις αποδόσεις των καλλιεργειών και συνακόλουθα στο αγροτικό εισόδημα και στις τιμές των προϊόντων.
Στην Ε.Ε. οι αγρότες επηρεάζονται από τις αυξήσεις τιμών, αλλά και από τους εμπορικούς περιορισμούς.
Τα δύσκολα είναι μπροστά μας
Με αντίστοιχο τρόπο επηρεάζονται η ελληνική παραγωγή και η εγχώρια αγορά τροφίμων, ενώ η νέα κρίση βρίσκει ήδη οικονομικά εξουθενωμένους καταναλωτές και παραγωγούς.
Ο πλήρης αντίκτυπος δεν θα γίνει αισθητός μέχρι την καλλιεργητική περίοδο του επόμενου φθινοπώρου, γι' αυτό και ο προγραμματισμός στην παραγωγή είναι κρίσιμος. Η πρόβλεψη μελλοντικών ελλείψεων και ο εκ των προτέρων σχεδιασμός θα μπορούσαν να συμβάλουν στην άμβλυνση νέων επιβαρύνσεων και να περιορίσουν τις επιπτώσεις στην κοινωνία.
Δεδομένου ότι οι τιμές βασικών προϊόντων διαπραγματεύονται χρηματιστηριακά, δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους έλεγχος στη διαμόρφωσή τους, ενώ η κερδοσκοπία στις αγορές αυτές συμπαρασύρει και προϊόντα που δεν επηρεάζονται από τον πόλεμο (π.χ. σόγια, που όμως έχει αντίκτυπο στο κόστος ζωοτροφών).
Αγρότες και κτηνοτρόφοι εδώ και μήνες ζητούν στήριξη λόγω των τεράστιων ανατιμήσεων σε ενέργεια, λιπάσματα, ζωοτροφές, που περιορίζουν τελικά την παραγωγή και αυξάνουν τις τιμές στη λιανική.
Ταυτόχρονα, η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών βαίνει διαρκώς μειούμενη, καθώς χαμηλοί μισθοί και ανατιμήσεις στις αγορές συρρικνώνουν περαιτέρω τα όποια περιθώρια, καθιστώντας σήμερα κρίσιμη τη στήριξή τους, τουλάχιστον μέσω μειώσεων στους φόρους βασικών ειδών διατροφής.

Ανάγκη έγκαιρων παρεμβάσεων στήριξης νοικοκυριών και αγροτικού τομέα
Την ανάγκη για έγκαιρο σχεδιασμό, βασισμένο σε έγκυρες πληροφορίες και εισηγήσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας προκειμένου «η πρωτοφανής κρίση που βιώνουμε να μην γίνει ανθρωπιστική» και «να αμβλύνουμε τις όποιες επιπτώσεις, να αποφύγουμε τους κινδύνους» τόνισε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά τη διάρκεια της συνάντησης που είχε την Παρασκευή στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο με τον πρύτανη Σπύρο Κίντζιο και τη Σύγκλητο
Την ανάγκη έγκαιρου σχεδιασμού και στήριξης του πρωτογενούς τομέα και της κοινωνίας αναδεικνύουν η έκρηξη της ακρίβειας αλλά και ο κίνδυνος ελλείψεων σε προϊόντα και βασικά είδη διατροφής στην εγχώρια αγορά, που εντείνονται από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η ανησυχία εντοπίζεται στην επισιτιστική ανασφάλεια που αφορά όχι μόνο την επάρκεια αλλά και τις τιμές των τροφίμων, δεδομένου ότι πλέον η τιμή σε βασικά αγροτικά προϊόντα καθορίζεται χρηματιστηριακά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις συμπεριφορές των συμμετεχόντων στις αγορές και υπό το βάρος της έκρηξης του ενεργειακού κόστους, ενώ καίριας σημασίας είναι ο σωστός προγραμματισμός της επικείμενης καλλιεργητικής περιόδου.
Σ’ αυτή την κατεύθυνση ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Αλέξης Τσίπρας τόνισε ότι χρειάζονται άμεσα μειώσεις στους φόρους (ΦΠΑ) και ενίσχυση των νοικοκυριών, παράλληλα με έναν συνολικό σχεδιασμό για τη στήριξη της παραγωγής και του αγρότη. «Αν δεν παρθούν μέτρα τώρα, θα έχουμε ένα πολύ δύσκολο καλοκαίρι» υπογράμμισε.
Μετά τη συνάντηση που είχε την Παρασκευή στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο με τον πρύτανη και καθηγητή Βιοτεχνολογίας Τροφίμων και Ανάπτυξης Σπύρο Κίντζιο και τη Σύγκλητο, εξέφρασε την ανάγκη για έγκαιρο σχεδιασμό, βασισμένο σε έγκυρες πληροφορίες και εισηγήσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας προκειμένου «η πρωτοφανής κρίση που βιώνουμε να μην γίνει ανθρωπιστική» και «να αμβλύνουμε τις όποιες επιπτώσεις, να αποφύγουμε τους κινδύνους».
Αναφέρθηκε στις τρομακτικές αυξήσεις στα τρόφιμα και τα προϊόντα μαζικής κατανάλωσης αλλά και στην ενέργεια μιλώντας για το δραματικό οικονομικό αδιέξοδο μπροστά στο οποίο βρίσκεται σήμερα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.
Συγχρόνως, εξέφρασε φόβους για το ενδεχόμενο επικείμενης επισιτιστικής ανασφάλειας επισημαίνοντας ότι «δεν έχουμε δει ακόμα επισιτιστική κρίση, αλλά φοβόμαστε ότι θα τη δούμε μετά και τις ραγδαίες εξελίξεις των τελευταίων ημερών και τον πόλεμο στην Ουκρανία», δηλαδή να μην υπάρχει επάρκεια τροφίμων ή να έχουμε πολύ υψηλές τιμές λόγω του μεγάλου ποσοστού εισαγωγών βασικών προϊόντων από τις εμπόλεμες χώρες.
«Αν αργήσουμε και δεν παρέμβουμε άμεσα, τα προβλήματα νομίζω πως θα μεγαλώσουν» σημείωσε, μιλώντας για «έκτακτες και κρίσιμες καταστάσεις που αφορούν την ίδια την επιβίωση της κοινωνίας», ενώ χαρακτήρισε «έλλειμμα στρατηγικής» τη μείωση του ποσοστού συμβολής του πρωτογενούς τομέα στην οικονομία τα τελευταία χρόνια.
Αναγκαίες οι παρεμβάσεις και στην Ε.Ε.
Την κήρυξη της Ε.Ε. σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης λόγω του κινδύνου που προκύπτει από την πιθανή διακοπή παροχής φυσικού αερίου από τη Ρωσία ζήτησαν, στο μεταξύ, εννέα ευρωβουλευτές από τέσσερις πολιτικές ομάδες με πρωτοβουλία του ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Πέτρου Κόκκαλη. Ειδικότερα, οι εννέα, μεταξύ των οποίων και οι πρώην πρωθυπουργοί του Βελγίου και της Λιθουανίας, με επιστολή τους προς την πρόεδρο της Κομισιόν Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, ζήτησαν, στο πλαίσιο της εφαρμογής του Κανονισμού 2017/1938, τα κράτη-μέλη να ενεργοποιήσουν τα δικά τους μέτρα έκτακτης ανάγκης, εξετάζοντας παράλληλα το ενδεχόμενο κήρυξης έκτακτης ανάγκης στην Ε.Ε.
Είχε προηγηθεί η κατάθεση κατεπείγουσας ερώτησης από τον Π. Κόκκαλη προς την Κομισιόν με την οποία ζητούσε εξέταση της επικινδυνότητας της κατάστασης για τις χώρες της Ε.Ε. δεδομένης της εξάρτησής τους από το φυσικό αέριο, ενώ ρωτούσε αν η Ένωση είναι έτοιμη για το ενδεχόμενο μιας τόσο μεγάλης διαταραχής στην παροχή φυσικού αερίου κι αν ναι, ποιες είναι οι σχετικές προβλέψεις. Ζήτησε, εφόσον υπάρχει εκτίμηση επικινδυνότητας, να τεθεί υπόψη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και ενημέρωση σχετικά με το αν προτίθεται να κηρύξει την Ένωση σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.