Η εκτίναξη του εμπορικού ελλείμματος τον Οκτώβριο κατά 52,8% αποσβένει την όποια υποψία αισιοδοξίας προκάλεσε η αύξηση τον ίδιο μήνα των ελληνικών εξαγωγών, οι οποίες ανήλθαν σε 3,71 δισ. ευρώ, αυξημένες δηλαδή κατά 36,6% (και σωρευτικά κατά 29% στο δεκάμηνο) από τα 2,72 δισ. ευρώ που είχαν διαμορφωθεί κατά τον ίδιο μήνα της περυσινής χρονιάς.
Η διόγκωση αυτή του ελλείμματος οφείλεται και στο ότι μέσα στον ίδιο μήνα οι εισαγωγές ανήλθαν σε 5,87 δισ. ευρώ, αυξημένες ταχύτερα των εξαγωγών (η εικόνα δυσχεραίνεται καθώς, ταυτόχρονα με την διαφορά του ελλείμματος, οι εισαγωγές είναι περισσότερες των εξαγωγών και έτσι αυξάνεται υπέρμετρα το έλλειμμα) και συγκεκριμένα κατά 42,1%, σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2020, αφού ανήλθαν σε 5,87 δισ. ευρώ έναντι 4,13 δισ. ευρώ.
Οι προβλέψεις για την περαιτέρω πορεία του εμπορικού ισοζυγίου δεν είναι ευνοϊκές. Κάθε άλλο μάλιστα, αφού η διαφαινόμενη παράταση της ενεργειακής κρίσης με τις απανωτές ανατιμήσεις σε ρεύμα, φυσικό αέριο και πετρέλαιο, παράλληλα με τη μεγέθυνση του μεταφορικού κόστους αλλά και σε συνδυασμό με τη νέα έξαρση της πανδημίας, αναμένεται να διευρύνει ακόμη περισσότερο το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, στοιχείο που προκύπτει είναι το γεγονός ότι, ακόμη και αν αφαιρεθεί η αξία των εισαγόμενων και των εξαγόμενων πετρελαιοειδών, η διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος είναι μεγάλη. Ανήλθε στο 21,7% τον Οκτώβριο, κάτι που σε συνδυασμό με την εικόνα που εμφανίστηκε κατά την διάρκεια του δεκαμήνου Ιανουαρίου - Οκτωβρίου, οπότε η διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος ήταν σε ποσοστό 23,8%, δείχνει ότι πρόκειται για ένα χρόνιο δομικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, το οποίο απλώς «κρύφτηκε» κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης, κατά βάση λόγω της ύφεσης και πάντως όχι από κάποια τυχόν απαγκίστρωση της ελληνικής οικονομίας από τις εισαγωγές.
Εξαιρετικά επίφοβη είναι η επιδείνωση του ισοζυγίου από τον Νοέμβριο, καθώς το σκηνικό αλλάζει άρδην. Μπαίνοντας στους φθινοπωρινούς μήνες μειώνεται δραστικά η ευεργετική επίδραση του τουρισμού, ενώ με την είσοδο στον χειμώνα οι ανάγκες για κατανάλωση καυσίμων για θέρμανση αυξάνονται. Όπως αυξάνονται και οι ανάγκες της μεταποίησης για ενέργεια μετά την ανάκαμψη της οικονομίας, η οποία πασχίζει να επανέλθει στα προ πανδημίας επίπεδα, κάτι που όσον αφορά το ΑΕΠ της χώρας αναμένεται να συμβεί εντός του 2022.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται ένας φαύλος κύκλος ελλειμμάτων και ανατιμήσεων. Μετά την ακρίβεια των καυσίμων, οι παραγωγοί ηλεκτρισμού ανακοίνωσαν αυξήσεις στα τιμολόγια, που ήρθαν να συναντήσουν τις τεράστιες αυξήσεις κατά 600% των τιμών του φυσικού αερίου και την αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 60%. Αυτό συνεπάγεται κόστος παραγωγής, κάτι που έχει επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, άρα και στα ισοζύγια, εμπορικό και τρεχουσών συναλλαγών.
Έτσι το εξωτερικό έλλειμμα, δηλαδή το έλλειμμα που εμφανίζει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας μας, που αποτελεί κύριο κριτήριο ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και καθορίζει με τη σειρά του και το εξωτερικό χρέος της χώρας, θα κριθεί από δύο παράγοντες: τα επίπεδα τιμών των καυσίμων πριν εισέλθουν σε τροχιά εξομάλυνσης και το διάστημα το οποίο θα χρειαστούν για να επανέλθουν σε φυσιολογικά επίπεδα. Και εν προκειμένω τα νέα ρεκόρ που σημειώνει ο καλπάζων τιμάριθμος στη χώρα μας δεν προμηνύουν αίσια τροπή.