Live τώρα    
Δημόσιος δανεισμός / Τρεις κίνδυνοι ελλοχεύουν για τα ελληνικά ομόλογα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Δημόσιος δανεισμός / Τρεις κίνδυνοι ελλοχεύουν για τα ελληνικά ομόλογα

ΟΜΟΛΟΓΑ

Είκοσι μήνες μετά τις κυβερνητικές θριαμβολογίες για συμπίεση της απόδοσης του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου κάτω από το επίπεδο του 1%, όταν δηλαδή στις 12 Φεβρουαρίου του 2020 διαμορφωνόταν στο 0,985%, το όριο ξεπεράστηκε εκ νέου τις τελευταίες ημέρες αλλά αυτή τη φορά με την αντίστροφη φορά, από κάτω προς τα επάνω. Όπως ήταν αναμενόμενο, η εξέλιξη αυτή όχι μόνο δεν πέρασε απαρατήρητη από τους διαχειριστές του δημοσίου χρέους και από τους επενδυτές, αλλά επιπλέον φαίνεται να οδηγεί και σε αναγκαστική ανάληψη πρωτοβουλιών. Έτσι, όπως αναφέρουν δημοσιογραφικές πληροφορίες, ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους και το υπουργείο Οικονομικών εκπονούν ειδικό σχέδιο όσον αφορά το πρόγραμμα δανεισμού του επόμενου έτους, ούτως ώστε να προληφθεί μια μεγάλη αύξηση του κόστους δανεισμού ως αποτέλεσμα είτε των συνθηκών που θα επικρατήσουν στις αγορές είτε ακόμη των όποιων επιλογών εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Όσον αφορά τον πρώτο παράγοντα, δηλαδή τις συνθήκες που διαμορφώνονται στην αγορά και ακόμη ειδικότερα στη δευτερογενή αγορά ομολόγων, αυτές δεν φαίνονται ευοίωνες. Είναι σαφώς δυσκολότερες σε σχέση με εκείνες που επικρατούσαν το καλοκαίρι, αφού η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου έχει αυξηθεί αισθητά, από το 0,531% όπου είχε υποχωρήσει στις 5 Αυγούστου, κατά 2,4 φορές, διαπραγματευόμενη από τις 19 Οκτωβρίου πάνω από το όριο της μίας μονάδας και συγκεκριμένα 1,313%, ακολουθώντας έτσι τη γενικότερα παρατηρούμενη άνοδο των αποδόσεων στις χώρες της Ευρωζώνης.

Οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι το Ελληνικό Δημόσιο θα αναγκαστεί για πολλούς λόγους να καταφύγει σε ένα εμπροσθοβαρές πρόγραμμα δανεισμού για την επόμενη χρονιά, προχωρώντας σε διάφορες εκδόσεις μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2022 προκειμένου να καλύψει νωρίς τις δανειακές ανάγκες του ελληνικού κράτους για το 2022.

Οι εξελίξεις στο μέτωπο του πληθωρισμού

Ο πρώτος λόγος έχει να κάνει με τις πληθωριστικές προσδοκίες, η σκιά των οποίων βαραίνει ολοένα και περισσότερο πάνω από τις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων και -προχθές μάλιστα επικράτησε πανικός στις αγορές μετά τις δηλώσεις της Λαγκάρντ για παρατεταμένο πληθωρισμό- ενώ οι αγορές φαίνεται να προεξοφλούν επιτάχυνση του πληθωρισμού πέραν των προβλέψεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όχι μόνο ως προς το ύψος του αλλά και ως προς τη διάρκεια κατά την οποία θα κάνει απειλητική για τις οικονομίες την παρουσία του. Τούτου δοθέντος, είναι πολύ πιθανό ένα εμπροσθοβαρές πρόγραμμα να απαλλάξει την ελληνική οικονομία από πρόσθετους τόκους.

Η συμμετοχή στο πρόγραμμα της ΕΚΤ

Ο δεύτερος κίνδυνος λέγεται PEPP, το εργαλείο δηλαδή του έκτακτου προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας, και έχει να κάνει με την επικείμενη λήξη του τον προσεχή Μάρτιο. Η Ελλάδα συμμετέχει σε αυτό παρότι δεν έχει αποκτήσει ακόμη την απαραίτητη αξιολόγηση επενδυτικής βαθμίδας από τους οίκους, έχοντας έτσι τη ευκαιρία να μπορεί να δανείζεται με συγκριτικά χαμηλά επιτόκια όσο θα διαρκεί η πανδημία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι το κατά πόσον θα βρεθεί από την ΕΚΤ μια φόρμουλα, προκειμένου να παραμείνει η χώρα μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και μετά τον Μάρτιο, παρότι δεν θα έχει την απαραίτητη προς τούτο επενδυτική βαθμίδα. Σημειώνεται σχετικά ότι, μόλις την περασμένη Τρίτη, σε έκθεσή της, η γαλλική τράπεζα BNP Paribas προέβλεψε ότι η προοπτική αναβάθμισης των ομολόγων εκδόσεως Ελληνικού Δημοσίου σε επενδυτική βαθμίδα είναι ακόμη μακριά, με την αναβάθμιση του Ελληνικού Δημοσίου σε «investment grade - IG» να φαντάζει ως απίθανη μέσα στους επόμενους 24 μήνες. Η υφιστάμενη κατάταξη της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται δύο βαθμίδες κάτω από εκείνη (ΒΒΒ-) η οποία χαρακτηρίζεται ως «επενδυτική» και επιτρέπει στην ΕΚΤ να συμπεριλάβει τα ελληνικά ομόλογα στα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης.

Τον κίνδυνο επιτείνουν οι ενστάσεις που προέρχονται από κεντρικές τράπεζες των χωρών του Βορρά, οι οποίες δεν θα ήθελαν να δημιουργηθεί προηγούμενο αγοράς ομολόγων χαμηλής διαβάθμισης από την ΕΚΤ. Η λύση θα ήταν εν προκειμένω η ένταξη της χώρας μας στο μόνιμο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (APP) είτε με χαλάρωση του κριτηρίου που επιβάλλει να αγοράζονται μόνο ομόλογα επενδυτικής βαθμίδας είτε, εναλλακτικά, με τη θέσπιση ενός ειδικού υποπρογράμματος αποκλειστικά για την αγορά ελληνικών ομολόγων ώστε να μην χρειαστεί να μεταβληθούν τα ισχύοντα σήμερα τυπικά κριτήρια του μόνιμου προγράμματος.

Το ΑΕΠ, η ανάπτυξη και η πανδημία

Ο τρίτος κίνδυνος έχει να κάνει με την πορεία του ΑΕΠ. Οι οίκοι θα μπορούσαν, όπως έκαναν αντιληπτό, να προχωρήσουν σε αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου ακόμη και με τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ πάνω από το 200%, όπως συμβαίνει σήμερα, υπό μία όμως προϋπόθεση. Ότι την επιβαρυμένη τρέχουσα κατάσταση των δημόσιων οικονομικών υποσκελίζουν οι θετικές προοπτικές ανάπτυξης. Στο μέτωπο αυτό όμως είχαμε την πρόσφατη αναθεώρηση της ύφεσης του 2020 στην οποίαν προχώρησε η ΕΛΣΤΑΤ τοποθετώντας την, βάσει νέων στοιχείων, στο 9,0% έναντι 8,2% που είχε αρχικώς ανακοινώσει, όπως επίσης την αναζωπύρωση του αριθμού των κρουσμάτων κορωνοϊού στη χώρα μας, κάτι που αναβάλλει την ημέρα επιστροφής στην κοινωνική και οικονομική κανονικότητα.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, φαίνεται λογική η εκτίμηση την οποία αναφέρει η Societe Generale στην τελευταία έκθεσή της, ότι η Ελλάδα είναι πολύ πιθανό να προχωρήσει σε εκδόσεις μέσα στο πρώτο τρίμηνο προκειμένου να επωφεληθεί από το PEPP, καθώς η ΕΚΤ έχει αγοράσει ώς τώρα κρατικούς τίτλους αξίας 32 δισ. ευρώ, έχοντας προσφέρει με την επιλογή της αυτή ισχυρή στήριξη στους ελληνικούς κρατικούς τίτλους.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0