Σε άρον - άρον ιδιωτικοποίηση της ασφάλισης προχωράει η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με τον υφυπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων να δημοσιοποιεί το περιεχόμενο της νέας παρέμβασης στο πολύπαθο ασφαλιστικό σύστημα.
Ο Π. Τσακλόγλου, εν μέσω πανδημίας και χωρίς καμία διαβούλευση για μια τέτοιου μεγέθους παρέμβαση, ιεραρχεί ως απόλυτη προτεραιότητα την άμεση μετάβαση στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα και σε ιδιωτικοποίηση, σε πρώτη φάση, της επικουρικής σύνταξης.
Βάσει του σχεδιασμού, από την 1η.1.2021 οι εισφορές, δηλαδή οι ασφαλιστικές αποταμιεύσεις των νέων αλλά και των παλιών ασφαλισμένων (εθελοντικά) θα παραχωρηθούν σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες και τραπεζικά funds που με τη σειρά τους θα τις «τζογάρουν» στις αγορές ομολόγων.
Η στοχοποίηση Βρούτση
«Η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου συστήματος επικουρικής ασφάλισης κεφαλοποιητικού χαρακτήρα -κατ’ αντιστοιχία των συστημάτων συμπληρωματικής ασφάλισης που υπάρχουν σε όλες τις αναπτυγμένες αλλά και σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες Ευρώπης- προκύπτει από την ανάγκη αντιμετώπισης της δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού» αναφέρει εισαγωγικά ο Π. Τσακλόγκου, επισημαίνοντας επιπρόσθετα ότι «το υφιστάμενο σύστημα (μεικτό σύστημα διανεμητικό και νοητής κεφαλαιοποίησης) δεν βοηθά στην ανάπτυξη της οικονομίας και αντιμετωπίζει την καχυποψία των νεότερων γενεών».
Ο Π. Τσακλόγλου αποδομεί πλήρως την προηγούμενη (μόλις στις αρχές του 2020) παρέμβαση της κυβέρνησης και του υπουργού Εργασίας Γ. Βρούτση στο ασφαλιστικό, ενώ επικαλείται τις παρεμβάσεις που έγιναν σε άλλες χώρες, π.χ. στη Σουηδία. Μόνο που η ασφαλιστική παρέμβαση στη συγκεκριμένη χώρα δεν οδηγεί σε πλήρη κεφαλαιοποίηση - ιδιωτικοποίηση μέρους της κοινωνικής ασφάλισης, κάτι δηλαδή που επιχειρείται εδώ με την παρέμβαση της κυβέρνησης, αλλά στη μετάβαση σε ένα μεικτό σύστημα με χαρακτηριστικά αναδιανομής και νοητής κεφαλαιοποίησης.
Να σημειωθεί ότι και η παρέμβαση του υπουργού Εργασίας Γ. Βρούτση υπηρετούσε ακριβώς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή του μεικτού συστήματος, κάτι που «ξηλώνεται» τώρα με συνοπτικές διαδικασίες.
Να σημειωθεί ότι ο υπουργός Εργασίας βρέθηκε -καθόλου τυχαία- στο στόχαστρο της (στοχευμένης) κριτικής του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη τόσο για την υποτυπώδη λειτουργία του ΕΦΚΑ εν μέσω πανδημίας, όσο κυρίως για τις εκκρεμείς συντάξεις που έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο και υπολογίζονται πλέον σε πάνω από 400.000 (αν συνυπολογιστούν και οι 62.000 «παράλληλες συντάξεις» που αφορούν ασφάλιση σε δύο ταμεία για μεγάλο χρονικό διάστημα).
Ο «κουμπαράς»
Η επιχειρηματολογία του Π. Τσακλόγλου για την αναγκαιότητα της άμεσης παρέμβασης στο ασφαλιστικό σύστημα δεν ξεφεύγει από την κλασική προσέγγιση του νεοφιλελεύθερου «μονοδρόμου»:
«Είτε θα αυξάνεται διαρκώς η ανάγκη χρηματοδότησης των συντάξεων από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε θα έχουμε αύξηση των εισφορών ή/και μείωση των παροχών... Με τη δημιουργία ‘ατομικού κουμπαρά’ για κάθε νέο ασφαλισμένο στόχος είναι η εξασφάλιση υψηλότερων επικουρικών συντάξεων για τη νέα γενιά, η λειτουργία κεφαλαιοποιητικού πυλώνα στην επικουρική ασφάλιση για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά ο υπαρκτός κίνδυνος της γήρανσης του πληθυσμού και η διασφάλιση των υφιστάμενων επικουρικών και κύριων συντάξεων».
Πόσο θα στοιχίσει
«Είναι δυνατόν το μέγα ζήτημα του δημογραφικού να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με οικονομικά, πληθυσμιακά, κοινωνικά και δημοσιονομικά κριτήρια και θα επιλυθεί με την ελάσσονα παρέμβαση της κεφαλαιοποίησης» σχολιάζουν γνώστες του ασφαλιστικού, τονίζοντας ακόμα ότι, εκτός της προχειρότητας της παρέμβασης (δεν συνοδεύεται ούτε από μία ποσοτική αποτίμηση - αναλογιστική μελέτη), αυτή θα οδηγήσει σε μείωση των συντάξεων (κύριων και επικουρικών) και συνολική φτωχοποίηση των συνταξιούχων.
«Η συγκεκριμένη παρέμβαση θα οδηγήσει σε μείωση της εγγυημένης (από το κράτος) σύνταξης στο 30%, από το 70% που είναι σήμερα, ενώ το κόστος μετάβασης στο νέο σύστημα, που υπολογίζεται σε 67 δισ. ευρώ, θα επιβαρύνει τους ασφαλισμένους» σημείωναν μιλώντας στην ΑΥΓΗ.
Σύμφωνα πάντως με τον υφυπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ήδη εκπονούνται μία μακροοικονομική μελέτη, μία αναλογιστική μελέτη και μία μελέτη για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, όπου και θα φανούν και το ύψος του λεγόμενου «κόστους μετάβασης» αλλά και οι τρόποι κάλυψής του, με το γραφείο του υφυπουργού να προκρίνει τη λύση της κάλυψης του σημαντικά υψηλού κόστους από το ΑΚΑΓΕ, τη φορολογία και την ανάπτυξη.
Επιχειρηματολογώντας για την αναγκαιότητα της παρέμβασης και τη δημιουργία ενός νέου συστήματος επικουρικής ασφάλισης κεφαλοποιητικού χαρακτήρα, ο Π. Τσακλόγλου εστιάζει σε τέσσερα σημεία:
* Για να περιοριστούν οι κίνδυνοι του ασφαλιστικού μας συστήματος που απορρέουν από τη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού.
* Για να εξασφαλιστούν υψηλότερες επικουρικές συντάξεις για τη νέα γενιά.
* Για να δοθεί ώθηση στην αναπτυξιακή διαδικασία της οικονομίας, καθώς οι εισφορές των ασφαλισμένων θα επενδύονται στην ελληνική οικονομία.
* Για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των νέων στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.
Κύκνειο άσμα
Η δημοσιοποίηση της παρέμβασης Τσακλόγου σηματοδοτεί την αρχή της αντίστροφης μέτρησης για την παραμονή του Γ. Βρούτση στο υπουργείο Εργασίας, κάτι που αποφεύχθηκε στον τελευταίο ανασχηματισμό με τη μετακίνηση του πρώην υφυπουργού Ν. Μηταράκη στο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου.