Θετικά αποτιμά το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ την πορεία της ελληνικής οικονομίας για το 2018 και προβλέπει ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης θα διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, αν συνεχιστεί η αντιστροφή των μέτρων λιτότητας.
Στην ενδιάμεση έκθεσή του για την ελληνική οικονομία, το ΙΝΕ θεωρεί ότι στην πορεία ανάκαμψης θα συμβάλουν τόσο η αύξηση του κατώτατου μισθού, όσο και η επέκταση των κλαδικών συμβάσεων εργασίας, ενώ εκτιμά ότι η ανεργία θα πέσει κάτω από το 10% στο μέσο της επόμενης δεκαετίας.
"Η ελληνική οικονομία φαίνεται να έχει εξέλθει από τη φάση στασιμότητας στην οποία βρισκόταν τα τελευταία τέσσερα έτη, με τον ρυθμό μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ να είναι πλέον σταθερά θετικός. Ωστόσο, εξακολουθούν να απουσιάζουν οι ενδογενείς μηχανισμοί δημιουργίας εισοδημάτων και ροών ρευστότητας, που θα έκαναν τη θετική δυναμική διατηρήσιμη".
Το ΙΝΕ τονίζει ότι "η μετάβαση της οικονομίας σε μια πορεία υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών μεγέθυνσης χρειάζεται την άμεση αντιστροφή κάθε μορφής αφαίμαξής της με μέτρα λιτότητας, καθώς επίσης και την ενεργοποίηση ενδογενών μηχανισμών δημιουργίας ροών εισοδήματος και ρευστότητας μέσω της αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος", ενώ αποτιμά τα πολλαπλά οφέλη από την αύξηση των μισθών, αναφέροντας:
"Η αύξηση του κατώτατου μισθού και η ενεργοποίηση κλαδικών συμβάσεων για να διαχυθεί η αύξηση στο σύνολο της οικονομίας κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση, καθώς θα επιφέρουν άμεσο θετικό αποτέλεσμα στο ΑΕΠ, και συνεπώς στη φερεγγυότητα της οικονομίας και στους όρους αναχρηματοδότησης του χρέους στις αγορές, και θα δημιουργήσουν συνθήκες σταθερότητας, προϋπόθεση απαραίτητη για μια πιθανή αύξηση των επενδύσεων μεσοπρόθεσμα", αναφέρει μεταξύ άλλων η έκθεση του ΙΝΕ.
Αναφερόμενο, τέλος, στις εξελίξεις στην αγορά εργασίας, σημειώνει ότι παρατηρούνται σημάδια αργής αλλά σταθερής βελτίωσης.
"Ειδικότερα κατά το β' τρίμηνο του 2018 το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 19%. Ο ρυθμός υποχώρησης της ανεργίας αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για μείωσή του κάτω από το 10% στα μέσα της δεκαετίας του 2020. Η πρόβλεψη αυτή ενισχύεται από τις εκτιμήσεις μας για βελτίωση της αποτελεσματικότητας της αγοράς εργασίας όσον αφορά τη σύνδεση βραχυχρόνια ανέργων και νέων θέσεων εργασίας. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν ισχύει στην περίπτωση των μακροχρόνια ανέργων, δημιουργώντας έτσι στοιχεία δυϊσμού στην αγορά εργασίας ανάμεσα στους συμμετέχοντες και στους μη ή οριακά συμμετέχοντες σε αυτήν", σημειώνεται.