Παρά τις -πιθανότατα αγαθές- προθέσεις αυτών που οραματίστηκαν την Κοινή Αγροτική Πολιτική, στη χώρα μας οι εθνικές επιλογές, από την αρχή μέχρι και την τρέχουσα προγραμματική περίοδο (Ιούλιος 2014), συνέβαλαν τα μέγιστα στην αρνητική πορεία του πρωτογενούς τομέα
Είναι η ώρα να «ανοίξουμε» το αγροτικό επάγγελμα και να επιτρέψουμε στις υγιείς παραγωγικές δυνάμεις τις χώρας να δραστηριοποιηθούν, να καταργήσουμε κάθε αδικία εις βάρος των πολλών και να θεσμοθετήσουμε κανόνες που διασφαλίζουν συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού
Διανύουμε την τέταρτη δεκαετία εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, στους βασικούς στόχους της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 29 της Συνθήκης, περιλαμβάνονται: Η βελτίωση της παραγωγικότητας της γεωργίας, η καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, η βελτίωση του εισοδήματος και του βιοτικού επιπέδου των αγροτών, η επάρκεια σε γεωργικά προϊόντα, καθώς και η διασφάλιση λογικών τιμών για τους καταναλωτές.
Κάποιοι από τους στόχους επιτεύχθηκαν για ορισμένο χρονικό διάστημα και άλλοι όχι. Κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990 μέσω των διαρθρωτικών αλλαγών βελτιώθηκε σημαντικά το βιοτικό επίπεδο του συνόλου των αγροτών. Αντίθετα, σημαντική βελτίωση του εισοδήματος υπήρξε μόνο για το 20% των αγροτών, οι οποίοι απολάμβαναν, σχεδόν από την αρχή, το 80% των επιδοτήσεων! Οι υπόλοιποι απλώς διατήρησαν την οικονομική τους θέση. Το αγροτικό προϊόν παρέμεινε σχεδόν στάσιμο κατά τη δεκαετία του 1980, ενώ από το 1990 και μετά άρχισε να μειώνεται.
Έτσι, μετά την πρώτη δεκαετία του «μέλιτος», οπότε υπήρξε μια γενική ευφορία στη χώρα, ξεκίνησε η αντίστροφη πορεία. Μείωση της παραγωγής, μείωση του αριθμού των ανθρώπων που ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, δραματική αύξηση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου αγροτικών προϊόντων, αθρόες εισαγωγές και αυξημένες τιμές προϊόντων στον καταναλωτή. Ειδικά από την αρχή της δεκαετίας του 2000, όταν οι αγροτικές ενισχύσεις αποσυνδέθηκαν από την παραγωγή, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο.
Παρά τις -πιθανότατα αγαθές- προθέσεις αυτών που οραματίστηκαν την Κοινή Αγροτική Πολιτική, τα αποτελέσματα δεν ανταποκρίθηκαν στους στόχους για το σύνολο, σχεδόν, των ευρωπαϊκών χωρών. Ειδικά για τη χώρα μας οι εθνικές επιλογές, από την αρχή μέχρι και την τρέχουσα προγραμματική περίοδο (Ιούλιος 2014), συνέβαλαν τα μέγιστα στην αρνητική πορεία του πρωτογενούς τομέα.
Το ερώτημα είναι εάν αυτή η κατάσταση, που διαμορφώθηκε τα τελευταία 35 χρόνια, μπορεί να ανατραπεί και αν οι εθνικές πολιτικές και επιλογές είναι ικανές να αλλάξουν, την ύστατη έστω ώρα, την πορεία της ελληνικής αγροτικής παραγωγικής διαδικασίας. Λαμβάνοντας υπ’ όψη τα σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα που διαθέτει η χώρα και αν αποφασίσουμε να αξιοποιήσουμε το ανθρώπινο δυναμικό μας, η απάντηση είναι ξεκάθαρα «ναι».
Δικής μας απόφαση η έξοδος από το παραγωγικό αδιέξοδο
Η γεωγραφική θέση της χώρας σε συνδυασμό με τις εδαφοκλιματικές συνθήκες αποτελούν τα εχέγγυα για την παραγωγή προϊόντων πολύ υψηλής ποιότητας. Σε αντιδιαστολή με τη σχεδόν πλήρως βιομηχανοποιημένη αγροτική παραγωγή της δυτικής Ευρώπης και τα διατροφικά σκάνδαλα που τη συνοδεύουν, είναι βέβαιο ότι η ελληνική παραγωγή μπορεί εύκολα να αναδείξει / κεφαλαιοποιήσει την ποιοτική υπεραξία που της αναλογεί, προς όφελος όλων των εμπλεκόμενων μερών και τελικά της εθνικής οικονομίας.
● Είναι δική μας μόνο πολιτική απόφαση να στραφούμε προς την κατεύθυνση εκείνη που θα μας βγάλει από το παραγωγικό αδιέξοδο συμβάλλοντας στην έξοδο από το γενικότερο αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται η χώρα.
● Είναι η ώρα να σταματήσουμε να ομφαλοσκοπούμε και να χαράξουμε πολιτικές που θα οδηγήσουν σε μια ουσιαστική και με απτά αποτελέσματα παραγωγική ανασυγκρότηση.
● Είναι η ώρα να «ανοίξουμε» το αγροτικό επάγγελμα και να επιτρέψουμε στις υγιείς παραγωγικές δυνάμεις τις χώρας να δραστηριοποιηθούν.
● Είναι η ώρα να καταργήσουμε κάθε αδικία εις βάρος των πολλών και να θεσμοθετήσουμε κανόνες που διασφαλίζουν συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού.
● Είναι η ώρα αυτό το εργαλείο που λέγεται ΚΑΠ να το αξιοποιήσουμε πραγματικά προς όφελος όλων και όχι των λίγων «εκλεκτών» του συστήματος.
Οι προηγούμενες κυβερνήσεις εφάρμοσαν καταστροφικές πολιτικές και χρησιμοποίησαν τις επιδοτήσεις με πελατειακή λογική. Επιβάλλεται, λοιπόν, η ρήξη με το κατεστημένο και τα κάθε λογής μικρά ή μεγάλα συμφέροντα τα οποία λυμαίνονται και τον αγροτικό χώρο. Επιβάλλεται η υιοθέτηση μιας ανθρωποκεντρικής φιλοσοφίας που θα εκτείνεται οριζόντια, από τον παραγωγό έως τον τελικό καταναλωτή. Επιβάλλεται η επένδυση στους νέους ανθρώπους αυτής της χώρας, παραγωγούς, μεταποιητές και επιστήμονες.
Επιβάλλεται να σχεδιάσουμε με όραμα και να υλοποιήσουμε με στόχο.
Αν δεν το κάνουμε εμείς τώρα, δεν θα το κάνει κανείς ποτέ.
Παναγιώτα Βράντζα, βουλευτής Ν. Καρδίτσας ΣΥΡΙΖΑ – κτηνίατρος
Δημήτρης Παπαδημούλης:
Απαιτούνται ριζικές αλλαγές στην ΚΑΠ
Τη συζήτηση για ριζικές αλλαγές και όχι κατάργηση και επανεθνικοποίηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), «την οποία έχει σημαία του ο νεοφιλελευθερισμός», ανοίγει η Αριστερά στην Ευρώπη. Στο πλαίσιο ημερίδας της Ευρωομάδας της Αριστεράς με θέμα «Διατροφική κυριαρχία μέσα από μια νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική», στις Βρυξέλλες, ο αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της Ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Παπαδημούλης, επισήμανε ότι η τρέχουσα ΚΑΠ στην Ε.Ε. οδηγεί σε συρρίκνωση των κονδυλίων της και σε ανακατανομή εις βάρος της παραγωγής του Νότου, των μικρών και μεσαίων παραγωγών, προς όφελος ορισμένων οικονομιών και προϊόντων, που ευνοούν τους ισχυρούς της Ευρώπης.
Όπως τόνισε, «η Αριστερά έχει στην ατζέντα της την αλλαγή αυτής της ΚΑΠ, όχι την κατάργησή της», ενώ οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις και μέσα στο Ευρωκοινοβούλιο και μέσα στην Κομισιόν και στο Συμβούλιο -και ιδιαίτερα από τις χώρες του Κέντρου και του Βορρά- έχουν σηκώσει τη σημαία της κατάργησης της ΚΑΠ, της επανεθνικοποίησης της αγροτικής πολιτικής, με το επιχείρημα ότι δίνουμε πολλά για να στηρίζουμε τους αγρότες της Ισπανίας, της Ελλάδας, της Γαλλίας, της Ιταλίας κ.λπ. Αυτό συμβαίνει μέσα στη γενική τάση συμπίεσης των προϋπολογισμών και των κοινών πολιτικών, των οποίων ένα μέρος πηγαίνει προς τους πιο αδύναμους, πρόσθεσε. Παρέπεμψε μάλιστα στις απόψεις του κ. Φάρατζ στο Ευρωκοινοβούλιο ή των Βρετανών Συντηρητικών, «που σηκώνουν αυτή τη σημαία».
Ο ίδιος σημείωσε ότι η Αριστερά, που είναι πιο ισχυρή, ιδιαίτερα στον Νότο της Ευρώπης, ζητάει, ασκώντας σφοδρή κριτική, ριζικές αλλαγές, αλλά όχι επανεθνικοποίηση της ΚΑΠ.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στα θέματα της αυτονομίας και της κυριαρχίας στα τρόφιμα σε παγκόσμια και ευρωπαϊκή κλίμακα, στην ανάγκη να οργανωθεί η παραγωγή, να ρυθμιστούν οι αγορές, να γίνει μετάβαση σε μια βιώσιμη γεωργία ενισχύοντας την τοπική, κυκλική οικονομία, τη βιολογική γεωργία την αλιευτική παραγωγή. Επισημάνθηκαν δε τα ζητήματα της εισβολής των μεταλλαγμένων («καθώς ολοένα και περισσότερο ανοίγουν, με ευθύνη της Κομισιόν και κρατών - μελών, μεγαλύτερες κερκόπορτες για την αμερικανοποίηση της αγροτικής παραγωγής»), της διαχείρισης των αποθεμάτων, της ασφάλειας των τροφίμων, της κερδοσκοπίας στα τρόφιμα, «στην οποία πρέπει να μπει φρένο».
Ο Δ. Παπαδημούλης τόνισε επίσης τη σημασία της αναδιοργάνωσης των τομέων παραγωγής ώστε να έλθουν η μεταποίηση και η διανομή πιο κοντά στον καταναλωτή, διότι υπάρχουν χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, «όπου η ψαλίδα της τιμής ανάμεσα στο χωράφι όπου παράγεται το προϊόν και στο ράφι απ’ όπου το παίρνει ο καταναλωτής είναι τεράστια επειδή μεσολαβούν πρακτικές καρτέλ που εκμεταλλεύονται και τους παραγωγούς και τους καταναλωτές».