Το ελληνικό χρέος δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμο ακόμη και αν υιοθετηθεί το δημοσιονομικό μονοπάτι που προτείνει ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, ήτοι τα πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% για περίοδο δέκα ετών.
Το παραπάνω είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα που περιλαμβάνει η έκθεση του Ταμείου για τη βιωσιμότητα του χρέους, που θα παρουσιαστεί στη συνεδρίαση του εκτελεστικού συμβουλίου του Ταμείου στις 6 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με πληροφορίες, ενώ την ίδια ώρα ο εκπρόσωπός του δήλωνε ότι το ΔΝΤ δεν έχει αλλάξει θέση για τα πρωτογενή πλεονάσματα (σ.σ.: επιθυμεί 1,5%), ενώ απέφυγε να απαντήσει για το αν το Ταμείο θα αποφασίσει εντός του 2017 για την ένταξή του στο ελληνικό πρόγραμμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές οι τοποθετήσεις του Ταμείου ευθύνονται για τις καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.
Χρειάζεται μεγαλύτερη ελάφρυνση χρέους
Αναφορικά με την επικείμενη έκθεση το ΔΝΤ τονίζει την ανάγκη σημαντικά μεγαλύτερης ελάφρυνσης του χρέους, με επέκταση της περιόδου χάριτος και αναβολές καταβολής τόκων έως το 2040, επέκταση των ωριμάνσεων των ευρωπαϊκών δανείων έως το 2070 και τη μείωση των επιτοκίων των δανείων του EFSF και του ESM σε επίπεδα χαμηλότερα του 1,5% για μία περίοδο 30 ετών. Αυτή η λύση υπολογίζει ότι θα διατηρήσει τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες εντός του εύρους του 15%-20% του ΑΕΠ που θεωρείται βιώσιμο.
Ωστόσο, ακόμη και με αυτά τα μέτρα, το Ταμείο εκτιμά ότι η δυναμική του χρέους θα παραμείνει εξαιρετικά ευαίσθητη σε σοκ. Γι' αυτό και συμπεριλαμβάνει ένα απαισιόδοξο σενάριο, στο οποίο το πρωτογενές πλεόνασμα θα περιοριστεί στο 1% του ΑΕΠ, και προειδοποιεί ότι τότε η βιωσιμότητα του χρέους θα είναι και πάλι στον αέρα. Σε μία τέτοια περίπτωση, τα επιτόκια των δανείων του EFSF και του ESM θα πρέπει να μειωθούν σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα, στο 0,25%, για 30 χρόνια.
Βασικό σενάριο
Πάντως, στο βασικό σενάριο του ΔΝΤ το ελληνικό χρέος αναμένεται να φτάσει στο 170% του ΑΕΠ μέχρι το 2020 και στο 164% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και στη συνέχεια θα αυξηθεί κοντά στο 275% του ΑΕΠ μέχρι το 2060. Αντίστοιχα οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδος θα ανέλθουν στο 15% του ΑΕΠ το 2024 και στο 20% του ΑΕΠ μέχρι το 2031, φθάνοντας το 33% από το 2040 και το 62% του ΑΕΠ μέχρι το 2060.
Εκπρόσωπος: "Επιμένουμε για πλεονάσματα"
"Δεν έχουν αλλάξει οι θέσεις μας για την Ελλάδα" υποστήριξε χθες ο εκπρόσωπος Τύπου του ΔΝΤ Ουίλιαμ Μάρεϊ. Όπως είπε, το Ταμείο παραμένει πλήρως δεσμευμένο στις συζητήσεις αλλά για να πάει μια πρόταση για πρόγραμμα στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτό προϋποθέτει να «βγαίνουν» τα μεγέθη.
Όπως πρόσθεσε χαρακτηριστικά: "Δεν πιστεύουμε ότι η Ελλάδα χρειάζεται τώρα περισσότερη λιτότητα. Μπορούμε να προχωρήσουμε με πλεονάσματα 1,5% με τα υφιστάμενα μέτρα και την ελάφρυνση χρέους. Αν Ελλάδα και Ευρώπη αποφασίσουν υψηλότερα πλεονάσματα, χρειάζεται να δούμε τις μεταρρυθμίσεις που θα στηρίξουν τον στόχο" αναφέροντας ότι πρώτα θα πρέπει να καταλήξουν σε συμφωνία η Ελλάδα και οι Ευρωπαίοι.
Όπως είπε, η έκθεση για την Ελλάδα θα περιλαμβάνει την ανάλυση χρέους (DSA) και θα συζητηθεί στο διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου στις 6 Φεβρουαρίου, ενώ θα δημοσιοποιηθεί λίγο μετά. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις αν μπορεί το ΔΝΤ να αποφασίσει τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα την τρέχουσα χρονιά, αρνήθηκε να απαντήσει.