Βελτίωση στην ικανότητα προσαρμογής των επιχειρήσεων, μέσω της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, διαπίστωσε η αρμόδια Επίτροπος για θέματα Απασχόλησης Μάριαν Τύσσεν, ωστόσο δεν απάντησε σε ερώτηση του αντιπροέδρου του Ευρωκοινοβουλίου και ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Δημ. Παπαδημούλη για τον υπερδιπλασιασμό της ανεργίας στην Ελλάδα μετά από αυτές τις παρεμβάσεις.
Στην ερώτησή του ο Δ. Παπαδημούλης, επικαλούμενος πρόσφατη έρευνα της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου σχετικά με την εξέλιξη του καθεστώτος των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε χώρες όπου εφαρμόζονται ή έχουν εφαρμοστεί οικονομικά προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής, ανέφερε πως η ουσιαστική κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων στην Ελλάδα από το 2010, όχι μόνο έχει αλλάξει το εργασιακό τοπίο, αλλά και οι εργοδότες παρουσιάζονται απρόθυμοι να συμμετέχουν σε διαπραγματεύσεις για ζητήματα όπως ο καθορισμός του μισθού.
Από την πλευρά της η Ευρωπαία επίτροπος παραδέχεται ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης «η ευελιξία αυξήθηκε με αποτέλεσμα να βελτιωθεί η ικανότητα των επιχειρήσεων να προσαρμόζονται στο μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον και να διατηρούν τις θέσεις εργασίας». Η κ. Τύσσεν αποφεύγει ωσόσο να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν η γενική ανεργία στην Ελλάδα να αυξήθηκε από το 11,7% (πρώτο τρίμηνο 2010) σε 22,6% (πρώτο τρίμηνο 2015), κατόπιν εφαρμογής όλων αυτών των πολιτικών υποβάθμισης της εργασίας, απελευθέρωσης των εργασιακών σχέσεων και κατάργησης των συλλογικών συμβάσων.
Επιπλέον η Μ. Τύσσεν σημειώνει πως «διεξάγεται επανεξέταση του πλαισίου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τη συνδικαλιστική δράση και τις ομαδικές απολύσεις στην Ελλάδα από ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων», ενώ προσθέτει πως «η επανεξέταση θα διατυπώνει συστάσεις για την ανάπτυξη ενός πλαισίου που θα ευνοεί τον εποικοδομητικό κοινωνικό διάλογο, την ανταγωνιστικότητα, τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας με πιο μακροπρόθεσμη προοπτική, διασφαλίζοντας παράλληλα την τήρηση των συνθηκών εργασίας και λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς και ευρωπαϊκές βέλτιστες πρακτικές».