Αντίστροφα μετρά για την ολοκλήρωση της σύνταξης και της κατάθεσης του νομοσχεδίου για τον Εξωδικαστικό Μηχανισμό, μέσω του οποίου επιχειρείται να δοθεί επί της ουσίας μια δεύτερη ευκαιρία σε χιλιάδες επιχειρήσεις μέσω της αναδιάρθρωσης και της ρύθμισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους.
Εν όψει της έναρξης των διαπραγματεύσεων μεταξύ της ελληνικής πλευράς και του υπουργείου Οικονομίας (ξεκινούν αύριο), πραγματοποιήθηκε την περασμένη Τετάρτη τεχνική συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων των κοινωνικών εταίρων (ΕΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ, ΣΕΒ και ΣΕΤΕ) και στελεχών του υπουργείου Οικονομίας και λοιπών συναρμόδιων υπουργείων.
Από τη συνάντηση κατέστη σαφές πως η ισχύς του νόμου θα είναι συγκεκριμένης/περιορισμένης, αλλά μέχρι στιγμής αδιευκρίνιστης διάρκειας. Παράλληλα, υπήρξε η διαβεβαίωση πως η ρύθμιση των χρεών των επιχειρήσεων θα γίνει με βάση την υφιστάμενη εικόνα της επιχείρησης, ενώ τα κριτήρια επιλεξιμότητας, αν και ακόμη δεν έχουν οριστικοποιηθεί, αποσκοπούν στη διευκόλυνση της ένταξης όσο το δυνατόν περισσότερων ενδιαφερομένων που θα πληρούν, όμως, κάποια ελάχιστα προαπαιτούμενα. Τα αυτοματοποιημένα κριτήρια είναι μια επιλογή του επιχειρηματία, την οποία όμως μπορεί να παρακάμψει αποφασίζοντας να υποβάλει ένα τεκμηριωμένο business plan, στο οποίο θα περιλαμβάνονται αρκετά ποιοτικά χαρακτηριστικά που καταδεικνύουν τη βιωσιμότητα της επιχείρησης.
Στην ίδια λύση μπορεί να καταφύγει και όποιος επιτηδευματίας έχει υποβάλει ηλεκτρονική αίτηση ένταξης στον Μηχανισμό, η οποία όμως απορρίπτεται από το αρχικό «φιλτράρισμα» των αυτοματοποιημένων κριτηρίων. Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί το γεγονός πως παρά την πρόθεση των ιθυνόντων για όσο το δυνατόν μαζικότερη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων επιχειρηματιών και δη των μικρομεσαίων, οι τελικές αποφάσεις και εγκρίσεις αναμένεται να ληφθούν από τους θεσμούς.
Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο προβλέπει, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι για τις οφειλές προς το Δημόσιο, όπως εκείνες του ΦΠΑ και ΦΜΥ, αν και υπόκεινται σε ρύθμιση, δεν προβλέπεται το «κούρεμά» τους, εν αντιθέσει με τις υπόλοιπες οφειλές σε άλλους πιστωτές της επιχείρησης όπου το "κούρεμα" είναι μια λύση που ενδέχεται να γίνει αποδεκτή. Επίσης, προβλέπεται η κατάργηση του τραπεζικού απορρήτου από τη στιγμή που ο επιτηδευματίας θα υποβάλλει αίτηση υπαγωγής στον Μηχανισμό.
Οι παρατηρήσεις της αγοράς επί του σχεδίου
Σε ό,τι αφορά τη θέση των κοινωνικών εταίρων επί του υπό διαμόρφωση νομοσχεδίου, η ΕΣΕΕ προτείνει τη θέσπιση ημιαυματοποιημένων κριτηρίων για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αξιολογώντας ταυτόχρονα τα ποιοτικά στοιχεία/μεταβλητές της επιχείρησης και τις προοπτικές ανάπτυξής της. Επίσης οι εκπρόσωποί της επισήμαναν στη συνάντηση την ανάγκη η διάρκεια ισχύος του νόμου να είναι τουλάχιστον ενός έτους, αλλά και να παρέχεται η δυνατότητα ρύθμισης εκείνων των οφειλών που δημιουργήθηκαν από το 2009 και μετά. Ένα ακόμη μείζον θέμα, κατά την ΕΣΕΕ, είναι η διευκόλυνση των υπερχρεωμένων πολύ μικρών επιχειρήσεων, οι ιδιοκτήτες των οποίων επιθυμούν τον τερματισμό της λειτουργίας τους (συνταξιοδότηση).
Η ΓΣΕΒΕΕ προτείνει να υπάρχει πρόβλεψη θέσπισης δεύτερης ευκαιρίας για νέους επιχειρηματίες, οι οποίοι έχουν κληρονομήσει χρέη ή έχουν οριστεί ως εγγυητές δανείων. Αλλά και να λαμβάνονται υπ' όψιν τα πάσης φύσεως τρέχοντα κόστη της επιχείρησης (μεταφορικό, φορολογικό κ.ά.) και οι πραγματικές συνθήκες της αγοράς.
Ο ΣΕΒ φέρεται να προτείνει την κατηγοριοποίηση των επιχειρήσεων αλλά και των κριτηρίων με βάση τον κλάδο δραστηριοποίησης. Για τον ΣΕΒ κομβικό σημείο είναι ο περιορισμός του γραφειοκρατικού κόστους, η διευθέτηση των εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων και η ρύθμιση μιας σειράς θεμάτων, όπως η νομική κάλυψη των τραπεζικών στελεχών και των δημοσίων υπαλλήλων, κάτι που θα συντελούσε στην ευκολότερη μετάβαση στο νέο καθεστώς ρύθμισης επιχειρηματικών ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Από την πλευρά του ο ΣΕΤΕ προτείνει σε περίπτωση μη επιλεξιμότητας της επιχείρησης με βάση τα αυτοματοποιημένα κριτήρια, να δίνεται η δυνατότητα σε εκείνον που μεταβιβάζεται η επιχείρηση να συντάσσει και να υποβάλλει Business Plan. Αναφορικά με την εξειδίκευση των κλάδων οικονομικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων και των αντίστοιχων κριτηρίων επιλεξιμότητας, ο ΣΕΤΕ υποστηρίζει πως θα πρέπει να έχει έναν ευρύτερο χαρακτήρα και να μην εξειδικεύεται/αναλύεται σε μεγάλο βαθμό.